Posts Tagged ‘Γέροντας Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης’

Γέρ. Πορφύριος & ι. Χρυσόστομος για τον Γάμο και τον έρωτα & κάποια σχόλια[Εκδοχή διορθωμένη και συμπληρωμένη]

17 Σεπτεμβρίου, 2013

LancGuenΤα θέματα αυτά -του γάμου και του έρωτα- είναι δύσκολα προφανώς, ακόμη  και απόκρημνα, και σε μεγάλο μέρος «θεολογούμενα».

Τι θέλω κι ασχολούμαι, λοιπόν;

Δύο φλέγοντες λόγοι συν ένας:

α)Πολλοί νέοι άνθρωποι και φίλοι σκανδαλίζονται από ορισμένες θέσεις και απόψεις που άνθισαν κυρίως σε παλαιοοργανωσιακά, και προτεσταντίζοντα περιβάλλοντα και εμφανίζονται μέχρι σήμερα σε ποικίλες παραλλαγές. Σύμφωνα με αυτές  -και  κατ’ ευθεία αντίθεση με την σχετική διδασκαλία του Απ. Παύλου(Α’ Κορ. , 7 : 3)-, ο σκοπός του Γάμου και ειδικότερα των συζυγικών σχέσεων (στο εξής: σ.σχ.) είναι η τεκνογονία ή κυρίως και απαραιτήτως και αυτή.

β)η διδασκαλία των Πατέρων έχει μια εξαιρετική ανωτερότητα, βάθος και κάλλος και παραγνωρίζεται

γ) Ο Θεός αναφέρεται από τους Πατέρες ως «ο μανικότερος των εραστών», δηλαδή ο «πιο τρελός από τους ερωτευμένους» (για τον άνθρωπο), αυτό είναι ένα  θεμελιώδες στοιχείο της αγιότητάς Του (την οποία μας μεταδίδει κατά Χάριν)

Για αυτό και αποφάσισα να καταγράψω απλώς κάποια πράγματα που ξέρω τώρα για το θέμα αυτό.

Θα προσπαθήσω να είμαι σχετικά σύντομος και κωδικοποιημένος στις διατυπώσεις. Επίσης θα κάνω ορισμένα συνοπτικά σχόλια… Ακολουθήστε με…

(more…)

Μετ-αναστατικά πρώιμα: ημιβαρεία θεολογία…(Μέρος Β’)

24 Απριλίου, 2009

5)Σε ένθετο περιοδικό της εφ. «Ελευθεροτυπία» υπήρχε ένα κείμενο που δημοσιεύθηκε το Μέγα Σάββατο και που αναφερόταν στις «θρησκείες και διατροφικά ταμπού»(sic) και τιτλοφορείτο «Νήστευε και μη ερεύνα» κατά την μάλλον μηδέποτε υπάρξασα ούτε σε γράμμα μήτε σε πνεύμα ρήση «Πίστευε και μη ερεύνα». Εκεί, η συντάκτις διατροφοανθρωπολόγος και ακαδημαϊκός προέβη σε ορισμένους αθεολόγητους (και ανελλήνιστους) χαρακτηρισμούς περί της νηστείας της Ορθόδοξης, την οποία, επί πλέον, προσπάθησε να συμψηφίση με τις των «θρησκειών». Βεβαίως, εμάς ουδόλως μας αφορά το εν λόγω πρόσωπο ούτε η κατάρτισή του, απλώς να διασαφηνίσουμε ορισμένα θέματα.

Στην Ορθοδοξία δεν έχουμε απαγορεύσεις. Απαγορεύσεις ηθικού, ηθικίστικου τύπου ή νομικού/δικανικού και νομικίστικου τύπου. Έχουμε υπέρβαση της ηθικής σε ένα ήθος το οποίο εμπνέεται από τον Παράκλητο που «όπου θέλει πνει» και που είναι εκπορευόμενος υπό του Πατρός, όπως θεολόγησε ο Γρηγόριος ο Θεολόγος/Ναζιανζηνός εμπειρικά, δίχως να μπορή να επεκταθή πιο «καταλεπτώς» για αυτόν τον λόγο(εν Θεώ εμπειρία/Αποκάλυψη και όριά της). Έτσι, η νηστεία μπορεί να φτάση να είναι «ξηροφαγία άπαξ της ημέρας» ή μπορεί να είναι και μηδαμινή σε ανθρώπους που έχουν ασθενική «κράση», ασθενούν σωματικώς κτο. διότι σκοπός είναι η μεταποίηση των παθών και η κατάκτηση της ηθικής ελευθερίας. Ο πασίγνωστος γέροντας Παΐσιος Αγιορείτης, π.χ.,  που έτρωγε κάθε ημέρα λίγα παξιμάδια εφ’όλης της Σαρακοστής -προκαλώντας σοκ στους παντοειδείς υλιστές, όπως τον Φόυερμπαχ, μέντορα των πρώιμων Μαρξ και Ένγκελς, που θεωρεί, ότι είμαστε ό,τι τρώμε και, ότι η πολιτισμική αναβάθμιση προέρχεται από την διατροφική αναβάθμιση– συνέστηνε σε ανθρώπους με αυτά τα χαρακτηριστικά να τρώνε «κανονικά» ή όπως αυτός, δηλαδή ο «Γέροντάς»- Πνευματικός τους, τους υπεδείκνυε.

Αυτό σημαίνει, ότι η νηστεία έχει μία τελείως άλλη λειτουργία, δεν είναι υποχρεωτική, και εντάσσεται στο πλαίσιο της μεταρσίωσης, της κάθαρσης που οδηγεί προς τα πάνω και που συνεχίζεται με τον Φωτισμό, την θεωρία ή θέα του Ακτίστου Φωτός και με την Θέωση, κατά την στερεότυπη Θεολογία του Ησυχαστή Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Ο δε Χριστός, ως γνωστόν, την ενέτασσε στο πλαίσιο της δυνατότητας εκβολής κάποιων γενών δαιμόνων από τους ανθρώπους (τούτο δε το γένος ουκ εκπορεύεται, εί μη εν προσευχή καί νηστεία,  Ματθαίος 17, 21). Ο ίδιος νήστεψε καθολικά, προ της αντιμετώπισης των πειρασμών του ίδιου του εκπεπτωκότα αρχάγγελου. Ο δε σύγχρονός μας Άγιος Νεκτάριος εν Αιγίνη νήστευε καθολικά περίπου, όταν επρόκειτο να πάη σε μέρος όπου θα τον επαινούσαν και θα δοκίμαζε τους εκ του πονηρού «λογισμούς της υπερηφάνειας», κάτι που μας διδάσκει να νηστεύουμε, όταν έχουμε έντονα πειρασμικά φαινόμενα και δυσχέρειες. Πειρασμικά καλούσε δε ο εκ των μέγιστων startzi και θεοσόφων ανθρώπων της εποχής μας, ο Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης, τα όσα λένε οι διάφοροι αποκαλούμενοι «ψυχολόγοι», «ψυχίατροι» κτλ. «ψυχολογικά» (προβλήματα κτλ.).

Νομίζω, ότι είναι σαφές, λοιπόν, ότι δεν έχουμε απαγορεύσεις, αλλά έχουμε θεραπευτική μέθοδο του εξ ελευθερίας «πνευματικού ιατρείου» που συνιστά η Εκκλησία, που ποικίλλει αντιστοίχως του προσερχόμενου.

Είναι υπερβολή να ζητούμε να κατέχη κάποιος όλα αυτά σήμερα; Ναι. Θα έπρεπε να τα γνωρίζη ως στοιχειώδεις γνώσεις που αντιστοιχούν στο θεολογικοφιλοσοφικό νόημα της ζωής; Ναι. Ας μείνουμε, όμως, στην επιείκεια.

Όποιος όμως πιεί από το νερό, το οποίο εγώ θα δώσω σ΄ αυτόν, δεν θα διψάσει ξανά ποτέ εις τον αιώνα

Όποιος όμως πιεί από το νερό, το οποίο εγώ θα δώσω σ΄ αυτόν, δεν θα διψάσει ξανά ποτέ εις τον αιώνα..........

6)Ας εξετάσουμε και το εξής ζήτημα. Είναι άραγε η ανθρώπινη πίστη στον αληθινό Θεό, και όχι στις εθελοθρησκείες(εδώ μπορούμε να εντάξουμε και τον λεγόμενο «θρησκευτικό αθεϊσμό», όπως είναι κατά κάποιους αυτός του Sartre, Heidegger κ.α.) και τα ανθρωπόφκιαχτα είδωλα, κάποιο  ορμέμφυτο και αποκούμπι που καταφεύγει ο αδύναμος άνθρωπος; Είμαι σίγουρος, ότι όσοι διαβάζετε αυτές τις γραμμές έχετε ακούση από διάφορους πεφυσιωμένους που…. αυτολογίζονται ως σοφοί, συχνότατα, ωσάν προπαγανδιστικό moto, αυτήν την ιδέα.

Οπωσδήποτε, αναθυμάται κανείς τον Πατερικό όρο «δούλος του Θεού» που αντιστοιχεί στον για τον «φόβο της τιμωρίας» υπακούουντα άνθρωπο στο θέλημά Του. Εκτός αυτού, υπάρχουν οι όροι «μισθωτός» και «υιος του Θεού». Ο Υιος που πράττει ελευθέρως και από αγάπη είναι ο τέλειος. Ο μισθωτός που θέλει να εισπράττη τα αγαθά, από τώρα και αιωνίως(π.χ. στοιχειώδη όπως πνευματικές ηδονές και πνευματικές, χαρισματικές ευαισθησίες, δάκρυα κάθαρσης και χάριτος, κλπ.) , είναι ανώτερος και δρα, για να αμειφθή και να λάβη. Αλλά και η τελευταία στην κλίμακα των «ανεκτών»(εξ υποκειμένου, όπως φαίνονται από την πλευρά του ανθρώπου) νοοτροπιών είναι αυτή η του έμφοβου δούλου, που πράττει, για να μην καταδικαστή, και πάλι εξ υποκειμένου.

Πάντως, βέβαιον είναι και έχει επισημανθή και από τον Πλάτωνα ακόμη, ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που δεν επιθυμούν να πιστεύουν, ούτε να πιστεύουν στην άλλη ζωή, διότι πολύ απλά …δεν τους «συμφέρει». Η συνείδησή τους τους ελέγχει, τουλάχιστον για τα μεγαλύτερα από τα εγκλήματά τους κατά του ηθικού-φυσικού νόμου, και έτσι βλέπουν, και σωστά, το(αιώνιο) μέλλον τους …σε σκούρες χρώσεις και αποχρώσεις. Αυτοί πολλάκις, λοιπόν, επιθυμούν να σκέπτονται, ότι δεν θα υπάρξη επόμενη ζωή, όπου θα επικρατήση «δικαιοκρισία», δικαιοσύνη», και, για να θυμηθώ τον Πλάτωνα και πάλι, «αντίδοσις».

Γενικώς, θα λέγαμε, ότι όλοι όσοι πράττουν κατά τον άγραφο και καρδιακό, άκαμπτο ηθικοπνευματικό Νόμο «φαύλα», όπως και καταγόμενοι εις βάθος, το αναγνωρίζουν, δεν θα επιθυμούσαν ούτε Θεό ούτε «κρίση», δηλαδή εκδίκαση και αποκάλυψη ενεργειών…

Να αποσαφηνιστή, όμως, ότι πάρα πολλοί άνθρωποι στην σημερινή εποχή της γενικευμένης αποστασίας και απόστασης από τις ξεδιψαστικές πηγές των υδάτων που είναι «πιστοί» έχουν μία νοοτροπία πάρα πολύ κοσμικότροπη. Δηλαδή, γνωρίζουν τον Θεό όχι ως «το ύδωρ το αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον«(βλ. διάλογος με Σαμαρείτιδα), τον «άρτον της ζωής», την άμπελο την αληθινή, το δέντρο του οποίου κατά φυσικό τρόπο συνιστούν κλαδί και που χωρίς Αυτό πεθαίνουν και μαραίνονται παντοειδώς, αλλά ως κάποιον που θα τους κάνη χάρες για τον εαυτο(-ύλη) τους, για τις καπιταλιστικές τους αδικίες και (εξ ορισμού) αμαρτίες, για τα παιδιά «τους», ίσως και για τον παππού που μένει μαζί.  Είναι σίγουρο δε, ότι και πολλοί που αποκαλούνται αθεόφοβοι, θεομάχοι κτο. με αυτά, έχουν επηρεαστή βαθύτατα από αυτούς τους τύπους, που είναι όντως θρησκευόμενοι και όχι Χριστιανοί. Όπως επήρρεια έχει υπάρξη και από την όλη οργανωσιακή και ευσεβιστική θεολογία με το έντονο ηθικιστικό πνεύμα, «τας ηθικοθρησκευτικάς αρχάς» και το «εθνικοθρησκευτικό φρόνημα»

Και, έτσι, με αυτό το κείμενο περατώνεται, ελπίζω αισίως και για όσους κάνουν την τιμή να μας διαβάζουν, το ευθύγραμμο τμήμα της σαρακοστιανής και πασχάλιας περιόδου……  🙂

Μετ-αναστατικά πρώιμα: ημιβαρεία θεολογία…(Μέρος Α’)

20 Απριλίου, 2009

Χριστός ανέστη (και ανιστάμενος διατελεί)

Η «αυτοζωΐα» συνέτριψε τον Άδη και περιέχυσε με φως τα «κατώτατα της γης». Ησυχά και σιγαλά(Παλαμάς), καθώς και αψήφιστα για πολλούς. Άλλους, όμως, που «πράσσουν φαύλα και μισούν το φως», τους γέμισε ανησυχία.

Είναι η ώρα για κάποιες επισημάνσεις; (Καιρός για μία βαθιά ανάσα. 🙂 ) :

1)Η Πίστη στον Αναστημένο, όπως έχει επισημανθή ήδη από πολλούς, νομίζω και τον Γκεμερέυ, είναι κατ’εξοχήν αντιθρησκεία. Ίσως είναι και κατ’εξοχήν αντιφιλοσοφία. Διότι ο Πλάτωνας, πιθανώς ο μέγιστος φιλόσοφος όλων των εποχών, εν μέρει θεόπνευστος κατά τον Άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ, «απεφθέγγετο», δηλαδή, ας πούμε, δογμάτιζε «Θεός ανθρώποις ου μείγνυται», όπως μας θυμίζει ο «μαΐστορας» της καταγραφής της μυστικής/θετικής/εμπειρικής «βυζαντινής φιλοσοφίας» Β.Τατάκης στο δοκίμιο του περί «πορείας του ανθρώπου»(Εκδόσεις των φίλων, 1999). Από την άλλη, ως Χριστιανοί «πιστεύουμε» βάσει και γεγονότων, υπαρξιακών/πνευματικών γεγονότων και ιστορικών γεγονότων, και γεγονότων πιστοποίησης της θεραπευτικής πορείας προς την κατά Χάριν Θέωση, όπως τα πολυποίκιλα («αγιοπνευματικά») χαρίσματα, όπως το ανώτατο της διάκρισης πνευμάτων, για τα οποία θα μιλήσουμε άλλη φορά.

2)Η Πίστη αυτή είναι γεγονός. Ο Χ. Γιανναράς στο βιβλίο του «Ενάντια στην θρησκεία» κάνει λόγο για «εκκλησιαστικό γεγονός» κάτι που αντιπαρατάσσει στο παθητικό, δηλαδή όχι από ηθική ελευθερία,  (ατομιστικό) ορμέμφυτο της θρησκείας. Δεν είναι, άρα, διανοητική αποδοχή ή και σαγήνευση σε ιδεολογίες ή θρησκευτικές θεωρίες, γενικά σε θεωρίες. Πώς μπορούμε να καταλάβουμε, ότι είναι γεγονός; Ίσως θα εκπλήξη πολλούς, αλλά αρκεί να προσευχηθούμε, και βεβαίως δεν εννοώ στο Υπέρτατο Πνεύμα, τον Μέγα Αρχιτέκτονα του Σύμπαντος, την higher power (και άλλα βουβά και μουγγά είδωλα), για τον πλησίον συστηματικά και με πνευματικές προϋποθέσεις. Το πείραμα μας οδηγεί να δεχτούμε, ότι η πίστη είναι ακριβώς καρπός αυτού που ονομάζουμε Άγιο Πνεύμα, του Παράκλητου. Με άλλα λόγια, η φράση ουδεις δυναται ειπειν κυριον ιησουν ει μη εν πνευματι αγιω είναι συγκλονιστικά αληθινή.Όποιος έχει κάνη το πείραμα, σίγουρα αναγνωρίζει ό,τι εννοώ.

3)Η αθεϊστική θεωρία του ψυχολογισμού την οποία αναφέρει ο Ευδοκίμωφ κάπου(«Η πάλη με τον Θεόν», Πατριαρχικό ίδρυμα πατερικών μελετών, 1991) και αναφέρεται συχνά από ορισμένους(προφανώς αγνοούν υπέρμετρα πολλά ρεύματα στο χώρο της Δυτικής Ψυχολογίας) υλιστές «ψυχοθεραπευτές» που πέφτουν θύμα της απαιδευσίας και των επαγγελματικών τους σπουδών, τείνει να αντιμετωπίση τα αποτελέσματα της (αυθεντικής) Πίστης, οφείλω να πω τελείως αστόχαστα, εν αγνοία, και με την βιασύνη του πλανώμενου, ως αποτέλεσμα κάποιου «καλού λογισμού»(=»αυθυποβολή») που έχει γίνη αποδεκτός από τον άνθρωπο, ας το πούμε έτσι. Αλλά τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. Το αν θα δεχτή ο Θεός την προσευχή, κατ’αρχάς, δεν έχει να κάνη με το αν θεωρή κάποιος, ότι θα την κάνη δεκτή. Θα έλεγα, εμπνεόμενος από τον Νικόδημο Αγιορείτη, Όσιο και «Κολλυβά», ότι η προσευχή γίνεται δεκτή, όταν υπάρχη η τέλεια εμπιστοσύνη στον Θεό και η τέλεια απιστία στην αυτάρκεια των προσωπικών μας δυνάμεων, ειδάλλως, όπως έλεγε και ο διάσημος γέροντας Παΐσιος Αγιορείτης «η προσευχή(που γίνεται με «υπερηφάνεια») είναι μόνο για τον λογισμό μας».

4)Γίνεται πολύς λόγος για το θέμα της βιοχημείας των αισθημάτων και «αισθήσεων» του ανθρώπου, συνήθως από κάποιους άμοιρους παιδείας, διεπιστημονικότητας βιολόγους, που έτσι καταντούν πιστοί ενός βιολογισμού που θυμίζει αυτόν του Νίτσε. Αυτοί μας λένε, ότι το τάδε αίσθημα αντιστοιχεί σε ορισμένες ουσίες του εγκεφάλου που υποτίθεται, ότι έχουν εντοπιστή. Κάποιοι δημοσιογράφοι αναπαράγουν αυτά τα «ευρήματα» με βαρύγδουπους τίτλους. Νομίζουν οι επιπόλαιοι αυτοί, ότι, αν υποθέσουμε, ότι όλα τα αισθήματα του ανθρώπου έχουν υλική έκφραση, αυτό καθιστά τα αισθήματα παράγωγα του εγκεφάλου. Αν δεν απατώμεθα, πριν 16 αιώνες και πλέον, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, στους λόγους του «Εις τους ανδριάντας» που γράφτηκαν απευθυνόμενοι στον αγρίως «στασιάσαντα» λαό της Αντιοχείας και «κρημνίσαντα» κυβερνητικά κτίρια, ανδριάντες της βασιλικής οικογένειας του Θεοδόσιου κτλ.,  αναφέρει ρητά, ότι όλες οι αισθήσεις οφείλονται στον «εγκέφαλο», που πάντως έχουμε ελάχιστες σαφείς γνώσεις περί της λειτουργίας του. Κάποιος άλλος αρχαίος δε, είχε διατυπώση το απόφθεγμα, ότι το σώμα είναι όργανο της ψυχής, η οποία είναι όργανο του Θεού. Μάλιστα, τελευταία είδαμε να γίνεται λόγος και για το λεγόμενο ανεπιτυχώς «θρησκευτικό συναίσθημα» και κάποιο σχετικό σημείο G, κάτι που αναφέρθηκε και από τινές συνιστολόγους μας. «Ομολογώντας» τις σκέψεις μου, αυτό το βρήκα ακόμη πιο κωμικοτραγικό και επιπόλαιο.  Το «θρησκευτικό συναίσθημα» ως όρος, αν και το είδαμε παρακάτω στον Χέλντερ Καμάρα και τις ρήσεις του, δεν είναι… ένα κάποιο, απλό, ορισμένο συναίσθημα. Κατά βάσιν, όπως είπαμε ήδη, το Άγιο Πνεύμα, εμπειρικά και θεολογικά μιλώντας, εξαγιάζει τις αισθήσεις μας. Εξαγιάζει την χαρά, την λύπη, τον έρωτα, την αγάπη, τον θυμό, μεταστοιχειώνει τα αισθήματα του ανθρώπου και παράγει ένα άνθρωπο που θα τον αποκαλούσαμε από αγνώριστο και πέρα, αν υποθέσουμε, ότι θα ακολουθήση -έχει κάθε ελευθερία εκ Θεού, και πρέπει και εκ του ανθρώπινου νόμου, να μην το πράξη- την «θεραπευτική αγωγή» του «πνευματικού ιατρείου» που συνιστά η Εκκλησία κατά τους Πατέρες. Έτσι εξηγείται και η θέση του συγκαιρινού αγίου «στάρετς», γέροντα Πορφύριου του Καυσοκαλυβίτη, ότι αυτό που (εκ του πονηρού) οι «ψυχίατροι», ψυχολόγοι, «ψυχοθεραπευτές» κτλ. ονομάζουν (απλώς) ψυχικές ασθένειες, είναι στην πραγματικότητα «δαιμονικές ενέργειες»/επήρρειες που οφείλονται στις (μη-εξαγορευμένες) αμαρτίες και που θεραπεύονται με το λεγόμενο «θρησκευτικό συναίσθημα». Είναι προφανές, ότι εδώ ο λόγος είναι για αυτόν τον προαναφερόμενο εξαγιασμό των αισθήσεων και την μεταστοιχείωση των διαβλητών παθών(σε αδιάβλητα) και των αισθημάτων.

Ο Χριστός τείνει το χέρι στον προπάτορα...

Ο αναστημένος Χριστός τείνει το χέρι στον προπάτορα...

Έτσι, θα έλεγα, ότι είναι μάταιο σε οντολογικό επίπεδο(επίπεδο αναζήτησης των πρώτων αρχών, πρώτου αιτίου) να επεκτείνουμε την ορθολογική μεταφυσική του υλιστικού βιολογισμού, αν και παρουσιάζει ένα κάποιο αμιγώς » επιστημονικό» ερευνητικό ενδιαφέρον. Η  αθάνατη ψυχή του ανθρώπου, η ύπαρξη, και η «καρδιά» ως κέντρο της ύπαρξης και αυτοσυνειδησίας, δεν είναι δεμένη βίαια και αφύσικα με το σώμα, όπως υποστηρίζει η ορφική, πυθαγόρεια, πλατωνική και νεοπλατωνική παράδοση(σώμα=σήμα=τάφος κτλ.), αλλά είναι ο άνθρωπος φύσει ψυχοσωματική ενότητα και οντότητα, που έχει ψυχοσωματικές εκδηλώσεις. (συνεχίζεται…)