«Το κρυπτοκείμενο της εξαφάνισης του Ν. Σωτηρόπουλου»: 3 κριτικές αναγνωστών

by

1)

Μὲ τὸν παραπάνω τίτλο κυκλοφορεῖ ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις “Μανιφέστο” τὸ ἀστυνομικό μυθιστόρημα τοῦ Γιώργου- Νεκτάριου Παναγιωτίδη, τοῦ πολυγραφότατου Ἀντιπροέδρου τῆς ΧΔ, ποὺ ἐπεξέτεινε τὴν συγγραφική του δραστηριότητα καὶ στὸν τομέα τῆς λογοτεχνίας.

Τὸ βιβλίο, ποὺ ἤδη ἔχει παρουσιαστεῖ στὴ Θεσσαλονίκη, παρουσιάστηκε καὶ χτὲς στὴν Ἀθήνα, στὸ βιβλιοπωλεῖο “Ἄπειρος Χώρα” στὰ Βριλήσια, ἀπὸ τὸν διευθυντὴ τῆς “Χ” Κώστα Μπλάθρα καὶ τὸν πρώην ἀντιπρόεδρο τῆς ΧΔ Κώστα Καμαριάρη.

Ἡ ὑπόθεση ἐκτυλίσσεται στὸ φανταστικὸ προάστιο τῆς Θεσσαλονίκης “Χείμαστρον”, ποὺ περιβάλλεται ἀπὸ τὸ δάσος τοῦ Σεΐχ Σοῦ. Ἕνας τελειόφοιτος φοιτητὴς δασολογίας, ὁ Νίκος Σωτηρόπουλος πέφτει θύμα ἀπαγωγῆς. Ἐπειδὴ συνήθιζε νὰ ἀπομονὠνεται κατὰ καιρούς καὶ νὰ ἐξαφανίζεται, ἡ τοπικὴ ἀστυνομία δὲν πιστεύει ὅτι πρόκειται γιὰ ἀπαγωγή, παρὰ τὰ κρυπτογραφημένα μηνύματα τοῦ ἀπαγωγέα ποὺ φανέρωναν κάτι τέτοιο. Ἔτσι, τὸν ἀναζητοῦν οἰ συνομήλικοι φίλοι του καὶ ἡ οἰκογένειά του.

Μὲ γλώσσα σύγχρονη καὶ διάσπαρτα λόγια στοιχεῖα, ποὺ τῆς προσδίδουν χαρακτηριστικὴ ἰδιαιτερότητα, μὲ ρεαλιστικὴ περιγραφὴ καὶ παρουσίαση τῶν χαρακτήρων, τὸ εἶδος αὐτὸ τῆς λογοτεχνίας ἀξιοποιεῖται ἠθογραφικά, μὲ τρόπο ἰδιαίτερα εὔστοχο ἀπὸ τὸν συγγραφέα. Δὲν λείπουν ἀναφορὲς καὶ στὰ αὐτοδιοικητικὰ καὶ ἐνοριακὰ δρώμενα τοῦ “Χειμάστρου”, καθὼς καὶ στὴ δράση τοπικῆς χριστιανικῆς ἀδελφότητας.

Ὁ Νίκος Ψαρουδάκης εἶχε κατὰ κόρον χρησιμοποιήσει τὴ σύντομη ἱστορία γιὰ τὴν ἐξαγωγὴ ἠθικῶν διδαγμάτων, στὴ σειρὰ “Ἀπὸ τὴν πινακοθήκη τῆς κοινωνίας”.

Καὶ στὸ μυθιστόρημα τοῦ Γιώργου Νεκτάριου Παναγιωτίδη, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, δὲν λείπει αὐτὸ τὸ χαρακτηριστικό, κάτι ποὺ θὰ διαπιστώσει ὅποιος ὁλοκληρώσει τὴν ἀνάγνωση.

 

Γιάννη Ζερβού, Νομικού-Δικηγόρου, προέδρου της Χριστιανικής Δημοκρατίας

 

2)

Μπαίνω στα θέματα, κατ’ αρχάς στα πρακτικά: πρόκειται για μυθιστόρημα (οποιαδήποτε ομοιότης κτλ κτλ), με 200 και πλέον σελίδες καθαρού κειμένου, πολύ προσεγμένες. Στοιχειοθεσία, σελιδοποίηση, ποιότητα χαρτιού και βιβλιοδεσία προδιαθέτουν θετικά τον αναγνώστη. (Όλοι οι εμπλεκόμενοι στην έκδοση μπορούν να καυχώνται).

Η ιστορία αφορά σε μια εξαφάνιση. Τόπος η Μακεδονία, μια κωμόπολη-προάστιο της Θεσσαλονίκης. Το πρόσωπο που αγνοείται είναι ένας τελειόφοιτος του τμήματος Δασολογίας, ένας νεαρός ολίγον τι «μυστήριος»: οι εξαφανίσεις είναι η συνήθειά του! Δεν είναι η πρώτη φορά που χάνεται, αλλά τώρα χάθηκε για τα καλά. Κεντρικό πρόσωπο είναι η σύντροφός του (μεταπτυχιακή φοιτήτρια), η οποία αντί για άλλη ειδοποίηση, λαμβάνει (κατά τμήματα!) κρυπτογραφημένα μηνύματα, αρχικά ακατάληπτα. Για την «μετάφραση», τη συλλογή στοιχείων και την ανεύρεση του καλού της έχει την αμέριστη συμπαράσταση φίλων και όχι της … απρόθυμης Ελληνικής Αστυνομίας.

Και τώρα επί της ουσίας:

Λένε ότι ο φιλόσοφος, ιδιαίτερα εκείνος της αναλυτικής φιλοσοφίας, έχει δύο όπλα: τη γλώσσα και τη λογική. Θα συμφωνήσετε, πιστεύω, ότι τα ίδια όπλα πρέπει να χρησιμοποιεί και ο συγγραφέας μιας ιστορίας μυστηρίου.

Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Γιώργος Παναγιωτίδης είναι «όλα τα λεφτά». Περίτεχνη, με λόγιες αλλά ζωντανές λέξεις, ολόσωστη ελληνική, είναι, κατ’ εμέ, συναρπαστική. Είναι μάλλον αδύνατον να βρείτε ηρωίδα άλλου σύγχρονου ελληνικού μυθιστορήματος, που να «προγευματίζει ταχύτατα» (σελ. 7), να εξηγεί «αδρομερώς» τα γεγονότα (σελ. 31) και να «αναλογίζεται εκφώνως» (σελ. 86)!

Η χρήση βέβαια τέτοιας γλώσσας, σε αντίθεση με τα εύπεπτα στοιχειώδη κουτσοελληνικά των ευπώλητων αναγνωσμάτων ορισμένων «αστέρων» της νεοελληνικής λογοτεχνίας, είναι δίκοπο μαχαίρι. Όσο περιορίζεται στην αφήγηση είναι ασφαλώς κάτι πρωτότυπο, διασκεδαστικό και συνάμα εκπαιδευτικό. Όταν περνάει όμως στους διαλόγους, προδιαθέτει σε προβλήματα: κάποιος εθισμένος στα κουτσοελληνικά αναγνώστης ίσως περιέλθει σε σύγχυση, αν δε το έργο μεταφερθεί στον κινηματογράφο ή στην τηλεόραση (είθε!), ο Γιώργος Παναγιωτίδης ή ο σεναριογράφος θα πρέπει να δουλέψουν τους διαλόγους από την αρχή!

Επίσης, στην επόμενη έκδοση (είθε και πάλι!), καλόν είναι να εμπλακεί και κάποιος φιλόλογος, όχι ιδιαίτερα «ψείρας» (όχι από εκείνους που σου γεμίζουν κοκκινάδια ένα άριστο γραπτό), διότι κατά τη δίνη τής εκδόσεως παρεισέφρησαν λαθάκια, ενώ μια-δυο παράγραφοι προδιαθέτουν σε «κεφαλαλγία κατανοήσεως», αν μού επιτρέπετε την έκφραση!

Για το τέλος, άφησα το καλύτερο: τη λογική.

Ο Γ. Παναγιωτίδης, άνθρωπος με σπουδές στους υπολογιστές, «δίνει ρέστα»! Σε ολόκληρη την πλοκή, δεν υπάρχει όχι μόνο λογικό σφάλμα, αλλά ούτε απλό λογικό άλμα! Τα πάντα δένουν αρμονικά και εξηγούνται διεξοδικά, χωρίς αοριστίες, ασάφειες ή περιττολογίες. Τίποτε το εξωπραγματικό ή, έστω, υπερβολικό δεν υφίσταται! Η δράση είναι συνεχής και γοργή, η ροή ομοιόμορφη (χωρίς την παραμικρή «κοιλιά») και τα γεγονότα απολύτως συμβατά με την πραγματικότητα (χώρο, χρόνο) όπως την βιώνει ο μέσος άνθρωπος. Αν συνυπολογιστούν το οικείο ελληνικό περιβάλλον (η άγνωστη γυναίκα στη βροχή έρχεται από την οδό Παλαιολόγων, η ηρωίδα συναντά τον οδοκαθαριστή κύριο Στέλιο, η παρέα μετακινείται με Νισσάν Μίκρα), τα ελληνικά ονόματα (αν και, παραδόξως, ενώ βρισκόμαστε στη Μακεδονία, οι –όπουλοι είναι πολύ περισσότεροι από τους –ίδηδες!), η ελληνική ποίηση(!) κ.ά., είναι προφανές γιατί το βιβλίο κρατάει αμείωτο ένα «αγωνιώδες ενδιαφέρον» από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα.

Αφού συγχαρώ τον συγγραφέα και ευχηθώ «πάντα επιτυχίες», θα κλείσω (καιρός δεν ήταν;) με μια προτροπή:

Αγοράστε το βιβλίο και χαρείτε το! Θα διασκεδάσετε και θα διδαχθείτε! Αυτός δεν είναι και ο σκοπός ενός καλού βιβλίου;

Παναγιώτη Χούπα, Γιατρού

3)

«Λοιπόν, διάβασα απνευστί το μυθιστόρημα και μπορώ να πω με βεβαιότητα, ότι με ενθουσίασε. Θα ξεκαθαρίσω, ότι δεν είμαι κόλακας και η φήμη που με συνοδεύει από γνωστούς και φίλους αφορά τον ειρωνικό χαρακτηρισμό του «γλυκομίλητου».

Το έργο έχει όλα τα απαραίτητα χαρακτηριστικά της εξαιρετικής μυθιστορίας μυστηρίου, ήτοι:
1. πλοκή προφανή, αλλά αποπροσανατολιστική χωρίς κόλπα και ύφος ανωτερότητας,
2. ιδιαίτερο – προσωπικό ύφος γραφής,
3. αφανή «μοτό» – μηχανισμό γύρω από τον οποίο περιπλέκεται η ιστορία,
4. ιδεολογικό μήνυμα, όπως οφείλει κάθε ιστορία μυστηρίου που σέβεται τον εαυτό της,
5. ανατροπές χωρίς βεβιασμούς και κουραστικές εναλλαγές για εντυπωσιασμό και άλλα πολλά……
Στα μείον του έργου (μην χάσω και την «φήμη» μου) που αναφέρω, διότι κάνω καλόπιστη και αληθώς φιλική κριτική προς αυτοβελτίωση πρωτίστως και ετεροβελτίωση δευτερευόντως, ανιχνεύω μόνο δύο σημεία:
1. Η ψυχολογία των χαρακτήρων είναι ελλιπής. Μόνο ο εξαφανισθείς ψυχαναλύεται και ως εκ τούτου τον γνωρίζουμε καλύτερα από την πρωταγωνίστρια….που θα έπρεπε να έχουμε μια αντίληψη περί του τι ακριβώς «ακολουθούμε» μέσα από τις πράξεις της και
2. Θα ξενίσει κάποιους η χρήση των κομπιουτερίστικων εκφράσεων και των λέξεων (εμένα με ενθουσίασε, αλλά δεν διαβάζω μόνο εγώ…). Οπότε εμμένω μόνο στην παρατήρηση υπ’ αριθμ. 1.»

 

Μιλτιάδη Παντελιού, Δικηγόρου-εγκληματολόγου

Ετικέτες: , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Αρέσει σε %d bloggers: