Υπό την αιγίδα της Τριάδας

by

Declaration_of_the_Rights_of_Man_and_of_the_Citizen_in_1789Η Τριάς, δηλαδή η αγία Τριάδα, όπως αναφέρουν τα Αρεοπαγιτικά κείμενα, δηλαδή τα εξαιρετικής σπουδαιότητας εκείνα κείμενα για την Εκκλησία μας που αποδίδονται στον άγ. Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, και συγκεκριμένα το «Περί θείων ονομάτων», είναι από τα καταλληλότερα ονόματα που μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς για να ονομάσει τον «ανόμαστο» και «απερινόητο» Θεό. «Εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαίρετου Τριάδος» συντάχθηκαν όλα τα Συντάγματα του νέου κράτους, από το Προσωρινό Πολίτευμα της Α’ Εθνοσυνέλευσης, έως το Σύνταγμα του 1975/1986/2001/2008. «Εις δόξαν του δίκιου και μεγάλου Θεού» ξεσηκώθηκε ο Μακρυγιάννης την 3η του Σεπτέμβρη του 1843 ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, για να απαιτήσει Σύνταμα από τον απόλυτο μονάρχη Όθωνα.

Η αμερικανική Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας του 1776 αναφέρει επίσης χαρακτηριστικά στην αρχή της: “Θεωρούμε αυτές τις αλήθειες αυτονόητες, ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν δημιουργηθεί ίσοι, και ότι έχουν προικιστεί από τον Δημιουργό με συγκεκριμένα απαράγραπτα Δικαιώματα”. Αλλά και η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία αποτέλεσε το πρόπλασμα του πρώτου Γαλλικού Δημοκρατικού Συντάγματος, και που συντάχθηκε τον Ιούνιο του 1793, τελεί, όπως αναφέρει, «υπό την αιγίδα (=προστασία) του Υπέρτατου Όντος».

Πάνε οι εποχές που ο χώρος της ανανεωτικής αριστεράς, τότε «Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου», ήταν κόμμα του σκληρού –ρητορικά τουλάχιστον- αντικληρικαλισμού. Το σήμερα μόνο κυβερνητικό κόμμα, ο ΣΥΡΙΖΑ, στα πλαίσια μιας συμβιβαστικής λύσης, πράγματι δεν προώθησε την κατάργηση της αναφοράς στην αγ. Τριάδα, κάτι που, όπως είδαμε και στα παραπάνω, δεν απάδει προς τις ιδεολογικές του αναφορές, οι οποίες είναι κυρίως προς το Γαλλικό Διαφωτισμό και τη Γαλλική Επανάσταση, γέννημα των οποίων κατά κύριο λόγο θεωρεί και την Επανάσταση του ’21 (βλ. «Μήνυμα ΣΥΡΙΖΑ για την Επανάσταση του 1821», 25/03/2018). Ταυτόχρονα, όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ προωθεί άλλες αλλαγές στο Άρθρο 3 του Συντάγματος, στα πλαίσια του αστικού κοσμικισμού, οι οποίες έχουν συμβολική σημασία για τον ίδιο και για τον σκληρό κομματικό πυρήνα του, παρά το ότι αναμένεται να έχουν μικρή ως μηδαμινή πρακτική σημασία, δηλαδή αποτελέσματα στην πράξη και την ευρύτερη νομοθεσία. Ο λόγος για «ουδετερόθρησκο κράτος» συγκεκριμένα είναι μάλλον μια περιττολογία εσωτερικής κατανάλωσης, εφόσον ήδη το Κράτος διαθέτει αυτά τα γνωρίσματα που εννοούνται. Επιπλέον, η διάταξη περί επικρατούσας θρησκείας έχει το νόημα της πλειοψηφικής επικράτησης της Ορθοδοξίας στο σύγχρονο ελληνικό έθνος, με άλλα λόγια ότι οι περισσότεροι Έλληνες πολίτες είναι βαπτισμένοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί και κατά συνέπεια δε χρήζει αλλαγής.

Παράλληλα πρέπει να επισημανθεί η αστοχία ενός κατά τα άλλα αξιόλογου και μετριοπαθούς κριτικού κειμένου της Διοικούσας Εκκλησίας σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο άρθρο, αναφορικά προς τον λεγόμενο «θρησκευτικό όρκο». Το κείμενο αυτό αναφέρει:  «Η τυχόν επιβολή αποκλειστικά πολιτικού όρκου σε όλους τους κρατικούς αξιωματούχους και δημόσιους λειτουργούς και υπαλλήλους, αντί της δυνατότητας επιλογής μεταξύ πολιτικής ή θρησκευτικής ορκοδοσίας, συνιστά μία μορφή απόλυτης απαγόρευσης εκδήλωσης θρησκευτικών πεποιθήσεων». Εδώ έχουμε πλήρη παραθεώρηση της εκκλησιαστικής παράδοσης και, θα έλεγε κανείς, νίκη του Θεόκλητου Φαρμακίδη επί του Κωνσταντίνου Οικονόμου: ο όρκος δεν είναι εκδήλωση θρησκευτικών πεποιθήσεων, εφόσον πλήρως απαγορεύτηκε ρητά από τον Χριστό, ενώ επισύρει εκκλησιαστικά επιτίμια βάσει των Κανόνων των Συνόδων και κατακεραυνώνεται επανειλημμένα από τους μεγαλύτερους Πατέρες της Εκκλησίας.

Σε όλα αυτά, δεν πρέπει να λησμονήσουμε να αναφέρουμε τον «Σημίτη της Νέας Δημοκρατίας» προεδρεύοντα κ. Μητσοτάκη, ο οποίος αποκάλεσε εμβληματική την αλλαγή του άρ. 16 υπέρ της …ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων. Αλλά περί αυτού άλλη φορά, συν Θεώ, αναλυτικότερα…

 

Ετικέτες: , , , , ,

Ένα Σχόλιο to “Υπό την αιγίδα της Τριάδας”

  1. Νικήτας Αποστόλου κάτοικος Ιωανννίνων Says:

    Παρακολουθώντας στα μέσα μαζικής επικοινωνίας τον σχετικό διάλογο για το άρθρο 3 του Συντάγματος, έχω την αίσθηση, ότι, όπως και στα άλλα σοβαρά προβλήματα της κοινωνίας μας, το ζήτημα των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας αντιμετωπίζεται με μεγάλη προχειρότητα και επιπολαιότητα.
    Πιστεύω όμως ότι είναι ένα ζήτημα για το οποίο και ο κάθε πολίτης αυτής της χώρας και κυρίως εκείνος που θέλει να ομολογεί και να πιστεύει ότι είναι μέλος της Εκκλησίας οφείλει να πάρει θέση.
    Για να γίνει όμως η όποια συζήτηση γύρω από το ζήτημα αυτό, σύμφωνα και με το αρχαίο γνωμικό «αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψις», χρειάζεται πρωτίστως συμφωνία στον ορισμό των εννοιών Κράτος και Εκκλησία.
    Έτσι ξεκινώ παραθέτοντας δύο ορισμούς, που οι επιστήμες της Νομικής και της Θεολογίας δίδουν στις δύο αυτές έννοιες, ως τους πλέον γενικά αποδεκτούς.
    Κράτος είναι λαός εγκατεστημένος μόνιμα σε ορισμένο έδαφος και οργανωμένος σε νομικό πρόσωπο, ασκεί κυρίαρχη πρωτογενή δημόσια εξουσία. Λέγοντας δημόσια εξουσία εννοούμε την δύναμη που έχει το κράτος να επιβάλλει την θέλησή του με εξαναγκασμό. Τα κράτη δημιουργούνται και διαλύονται με πολιτικές πράξεις.
    Η Εκκλησία, η ομολογούμενη στο σύμβολο της πίστεως, είναι έργο του Ενσάρκωθέντος Χριστού και πραγματώθηκε την Πεντηκοστή. Υπάρχει ως «η αγωνιζομένη Εκκλησία», που μετασχηματίζεται σε «θριαμβέυουσα Εκκλησία». Η εκκλησία υπάρχει και θα υπάρχει στους αιώνες των αιώνων. «Πύλαι άδου ου κατισχύσουσι αυτής».
    Σήμερα, όταν λέμε Εκκλησία εννοούμε κυρίως την αγωνιζομένη εκκλησία, δηλαδή όλα τα μέλη της (τους λαϊκούς και κληρικούς), που είναι βαπτισμένα και ζουν συνειδητά και ελεύθερα μέσα σ’ αυτήν, καθώς επίσης και τα συλλογικά όργανά και τις συλλογικές οντότητές της, όπως είναι, οι σύνοδοι , οι Ενορίες, οι Μονές κ.λ.π..
    H Εκκλησία συνιστά στα μέλη της, συγκεκριμένο τρόπο ζωής, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, που αναφέρεται στις σχέσεις με τον Θεό, τον «πλησίον», και τον εαυτό τους. Ο συγκεκριμένος αυτός τρόπος ζωής, είναι ουσιώδης και καθοριστικής σημασίας γιατί εάν μερικώς παραμεληθεί, έχει ως συνέπεια να καταργείται η ιδιότητα του «ζωντανού» μέλους της Εκκλησίας.
    Ας δούμε τώρα πώς αντιμετώπιζε και πως αντιμετωπίζει την Εκκλησία το Ελληνικό Κράτος.
    Όταν κηρύχθηκε η επανάσταση του 1821 η επαναστατική κυβέρνηση, είχε σαφή πολιτική θέση την διακοπή των σχέσεων με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, για όσο χρόνο θα διαρκούσε η εμπόλεμη κατάσταση με την Πύλη , να μην ασχοληθεί με τη ρύθμιση διοικητικών ζητημάτων των Μητροπόλεων των επαναστατημένων περιοχών.
    Η θέση όμως αυτή, δεν εμπόδισε την Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου το 1822, να συμπεριλάβει στο Σύνταγμα της διάταξη, με την οποία διακήρυττε ότι η επικρατούσα θρησκεία στην Ελληνική Επικράτεια είναι “η της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας”.
    Η ίδια διάταξη περιλήφθηκε και στα συντάγματα της Εθνικής Συνέλευσης του 1823 στο Άστρος και της Εθνικής Συνέλευσης του 1827 στην Ερμιόνη.
    Με την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Ελληνικού Κράτους αναδείχθηκε η θέση εγκαθίδρυσης “αυτοκεφάλου” Ελλαδικής Εκκλησίας. Τη θέση αυτή μαζί με εκείνη της διοίκησης της Ελλαδικής Εκκλησίας με το “καισαροπαπικό σύστημα”, υλοποίησε ο Όθωνας με το διάταγμά του της 23-7-1833. Με το διάταγμα αυτό ιδρύονταν “Ιερά Σύνοδος του Βασιλείου της Ελλάδος” και ανακηρύσσονταν η Εκκλησία της Ελλάδος ως αυτοκέφαλη. Με Βασιλικό Διάταγμα με τον τίτλο «Διακήρυξις περί της Ανεξαρτησίας της Εκκλησίας της Ελλάδος» και διορίστηκε η πρώτη πενταμελής Διαρκής Σύνοδος Ιεραρχών, «υπό την κυριαρχία του βασιλέως», ο οποίος με τον τρόπο αυτό κατέληγε να είναι διοικητικός αρχηγός της Εκκλησίας .
    Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως ανακήρυξε την Εκκλησία της Ελλάδος ως αυτοκέφαλη το 1850 με συνοδικό τόμο.
    Με τον Πατριαρχικό Τόμο θεσμοθετείται για την διοίκηση της Εκκλησίας της Ελλάδος, να έχει ως ανώτατο διοικητικό της όργανο την Ιερά Σύνοδο των Επισκόπων και να διοικείται σύμφωνα με τους ιερούς κανόνες, ελεύθερα και ακώλυτα από κάθε κοσμική (πολιτική) επέμβαση.
    Στο σύνταγμα του 1844 περιλήφθηκε στο άρθρο 2 η ανωτέρω διακήρυξη των επαναστατικών συνταγμάτων με προσθήκη τη διάταξη ότι η Εκκλησία της Ελλάδος “είναι αυτοκέφαλος” και “διοικείται υπό Ιεράς Συνόδου Αρχιερέων”.
    Η διάταξη αυτή διατηρήθηκε στα Συντάγματα του 1864 ,1911,1927 και 1952.
    Ο συνταγματικός νομοθέτης του 1975 στο άρθρο 3 του Συντάγματος κατ΄αρχήν διατηρεί την συνταγματική παράδοση και διακηρύσσει ότι επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού. Περαιτέρω ορίζει ότι η Εκκλησία τηρεί τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις. Είναι αυτοκέφαλη και διοικείται από την Ιερά σύνοδο των εν ενεργεία Αρχιερέων και από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο που προέρχεται από αυτήν και συγκροτείται όπως ορίζει ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Εκκλησίας, με τήρηση των διατάξεων του Πατριαρχικού Τόμου του 1850 και της Συνοδικής Πράξης του 1928.
    Σημειώνουμε εδώ ότι
    1. Η Πολιτεία καθορίζει εκείνη τον τρόπο διοικήσεως της Εκκλησίας και μάλιστα θέτοντας ένα πλαίσιο, αυτοδιοίκησης μεν, αλλά ενταυτώ ολιγαρχικής διοίκησης , αφού αγνοούνται πλήρως, οι απλοί Ιερείς και οι λαϊκοί, που είναι και αυτοί μέλη της Εκκλησίας.
    2. Στο Σύνταγμα που θέσπισε η Εθνική Συνέλευση στην Επίδαυρο το 1822 υπάρχει η διακήρυξη οτι η επικρατούσα θρησκεία στην Ελληνική επικράτεια είναι η “της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας”, όμως δεν ορίζεται ο τρόπος και οι φορείς διοίκησης της Εκκλησίας. Η αποχή συνταγματικής ρύθμισης της διοίκησης της Εκκλησίας διατηρήθηκε και στο Σύνταγμα του 1823 και στο Σύνταγμα του 1827.
    3. Διάταξη συνταγματική διάταξη με την οποία το πρώτον ρυθμίζεται το ζήτημα της διοίκησης της Εκκλησίας εισάγεται με το Σύνταγμα του 1844 στο άρθρο 2. Η διάταξη αυτή καθόριζε ότι “Η ορθόδοξη Εκκλησίαν της Ελλάδος ………….. διοικείται υπό ιεράς Συνόδου Αρχιερέων”. Η διάταξη αυτή διατηρήθηκε στα Συντάγματα του 1864 ,1911,1927 και 1952.
    Με βάση αυτή την συνταγματική ρύθμιση, Περαιτέρω ο κοινός νομοθέτης στον καταστατικό χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος που θέσπισε, διακηρύσσει πολύ ορθά (στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 του νόμο 590/1977) ότι «Η Εκκλησία της Ελλάδος», είναι «θείον καθίδρυμα», και ότι έχει « κεφαλήν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν ». Ταυτίζεται έτσι με την ανωτέρω εκτεθείσα αντίληψη περί της εννοίας της Εκκλησίας. Όμως παρακάτω στην παράγραφο 4 του άρθρου 1 του νόμου αυτού ο νομοθέτης χαρακτηρίζει την Εκκλησία της Ελλάδος τις Μητροπόλεις τις Ενορίες με τους ενοριακούς ναούς , τις μονές ως «Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου». Ο χαρακτηρισμός αυτός είναι και αντιφατικός προς την διακήρυξη του άρθρου 1 και εξωπραγματικός σε σχέση με την ανωτέρω θεολογικά δοσμένη έννοια της Εκκλησίας.
    Και να γιατί.
    Με βάση τον ανωτέρω ορισμό και τις βασικές νομικές έννοιες, για την νομική επιστήμη, η Εκκλησία είναι ένας φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ένα υποκείμενο του δικαίου, και γι’ αυτό νομικά πρέπει υπαχθεί στην κατηγορία των νομικών προσώπων.
    Μπορεί όμως να υπαχθεί στην κατηγορία των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ? Κατά την γνώμη μου όχι. Μια τέτοια σχέση Εκκλησίας – Κράτους είναι αντιφατική, για τους εξής λόγους:
    1) Τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου δημιουργούνται από το Κράτος, δια της νομοθετικής λειτουργίας του, με την έκδοση νόμων ή διαταγμάτων, ενώ η Εκκλησία όπως ήδη είπαμε είναι έργο του Κυρίου Ημών Ιησού Χρηστού.
    2) Το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου αποσκοπεί στην υλοποίηση έργου κρατικού ενδιαφέροντος, ενώ η Εκκλησία κύριο σκοπό έχει να «θεραπεύσει» τον άνθρωπο και να τον οδηγήσει, σε αυτή την ζωή, μέσα από την κάθαρση, προς την θέωση. Ο σκοπός αυτός είναι πολύ ευρύτερος από τον σκοπό της υπάρξεως του κράτους που είναι εκτός από την διασφάλιση της αυθυπαρξής του, κατ΄ εξοχήν η ομαλή κοινωνική συμβίωση των διαβιούντων στην Επικράτειά του και στην καλύτερή του εκδοχή η κατοχύρωση ορισμένων ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων των πολιτών του.
    3) Στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου το κράτος μεταβιβάζει ένα μέρος της πρωτογενούς εξουσίας του και ταυτοχρόνως υπαγάγει αυτά στον διαρκή έλεγχο του. Η Εκκλησία δεν επιτρέπεται να ασκεί οποιαδήποτε δημόσια εξουσία ενόψει της ρήσης του Κυρίου μας «Απρόδοτε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεω».
    4) Το Κράτος μπορεί το οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου να το καταργήσει με την αυτήν διαδικασία που το είχε δημιουργήσει. Η Εκκλησία υπάρχει και θα υπάρχει στους αιώνες των αιώνων.
    Και 5) Το γεγονός ότι, όταν η Εκκλησία λειτουργεί ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου περιορίζει τον αυτοκαθορισμό της και περαιτέρω αυτό συνιστά στοιχείο εκκοσμίκευσής της. Και τέλος
    6) Ενοίοτε η σχέση αυτή του ΝΠΔΔ επιβάλλει νομικά τελείως απαράδεκτες για την Εκκλησία ενέργειες και ως παράδειγμα αναφέρω τον περιορισμό χειροτονίας κληρικών και την περίπτωση που στο Προεδρικό Διάταγμα που καθόριζε τον νέο Οργανισμό του «Ιδρύματος Παναγίας της Τήνου», το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε και αποφάσισε ότι το εν λόγω ίδρυμα (ΝΠΔΔ), δεν έχει δικαίωμα να ελέγχει το θρησκευτικό πιστεύω του προσωπικού του, το οποίο μπορεί να είναι οπαδός οιασδήποτε άλλης θρησκείας ή και άθεος… και εφόσον είναι ΝΠΔΔ, η δε επιλογή του δεν μπορεί να γίνεται από το Διοικητικό Συμβούλιό του ή τον Μητροπολίτη αλλά από το ΑΣΕΠ…
    Η Νομική Επιστήμη τα ημεδαπά νομικά πρόσωπα τα διαχωρίζει σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Επομένως, αφού η Εκκλησία δεν είναι ορθό να υπάγεται στην κατηγορία των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, το επιστημονικά ορθό είναι η Εκκλησία να έχει νομική προσωπικότητα, μέσα στα πλαίσια της εννομης τάξης, ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου.
    Μπορεί όμως η μετάβαση από το καθεστώς του Ν.Π.Δ.Δ. στο οποίο αντιεπιστημονικά και αντικανονικά βρίσκεται σήμερα να γίνει άμεσα και ομαλά σε Ν.Π.Ι.Δ? Είναι αυτό ρεαλιστικό?
    Την απάντηση μπορούμε να την προσεγγίσουμε μόνο εάν δούμε την ιστορική διαδρομή των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας , την υφισταμένη πραγματικότητα και τον διεθνή περίγυρο.
    Ας δούμε επί τροχάδην την ιστορική διαδρομή αυτών των σχέσεων.
    Στην αρχή της ύπαρξης της η Εκκλησία αντιμετώπισε τους διωγμούς της τότε Ρωμαϊκης Αυτοκρατορίας, ήταν δηλαδή παράνομη, μέχρι την έκδοση, το 313 μ.Χ., του διατάγματος των Μεδιολάνων. Με το διάταγμα αυτό ο Μέγας Κωνσταντίνος εγγυήθηκε την ανοχή του κράτους απέναντι στους χριστιανούς, εφαρμόζοντας στην Ρωμαϊκή επικράτεια την αρχή της ανεξιθρησκίας. Σημαντικό για τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας είναι το γεγονός ότι με το μέγα Κωνσταντίνο πραγματοποιήθηκε η μετάβαση από το δόγμα του αυτοκράτορα-θεού στο δόγμα του ελέω θεού βασιλέα – αυτοκράτορα. Το δόγμα αυτό κυριάρχησε και σφράγισε όλον τον Μεσαίωνα και όχι μόνο της Ευρώπης
    Λίγο αργότερα ο Χριστιανισμός απετέλεσε θεσμό «κρατικό» και καθιερώθηκε ως η επίσημη θρησκεία του κράτους, από τον Μέγα Θεοδόσιο. Έτσι σταδιακά και σε διάστημα δύο αιώνων, εδραιώνεται το λεγόμενο καισαροπαπικό σύστημα σχέσεων κράτους και Εκκλησίας.
    Στα πλαίσια αυτών των σχέσεων, η Εκκλησία, ως θεσμός στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία , γίνεται πολιτειακός παράγων ύψιστης σημασίας, καθώς εξασφαλίζει την συνοχή της αυτοκρατορίας και με τις ιεραποστολές και τον προσηλυτισμό στον Χριστιανισμό εξασφαλίζει την φιλία των γύρω λαών.
    Μέσα στα πλαίσια αυτά του καισαροπαπικού συστήματος σχέσεων κράτους και εκκλησίας ο Αυτοκράτορας, συγκαλεί Οικουμενικές Συνόδους, προεδρεύει σ’ αυτές, κάνει τις αποφάσεις των συνόδων νόμους του κράτους, και ορίζει ποια θρησκευτική διδασκαλία θα αποτελέσει το επίσημο κρατικό δόγμα. Επεμβαίνει στη διοίκηση της Εκκλησίας ποικιλότροπα , όπως π.χ. ιδρύει και συγχωνεύει επισκοπές και αρχιεπισκοπές και φθάνει μάλιστα μέχρι του σημείου ενίοτε να εκλέγει επισκόπους και πατριάρχες. Έτσι βλέπουμε π.χ. ο Μ. Κωνσταντίνος να αναμειγνύεται στη διοίκηση της Εκκλησίας συγκαλώντας την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο (Νίκαια 325), της οποίας είναι ο τυπικός πρόεδρός της, να εξορίζει για θρησκευτικούς λόγους πρώτα μεν τον Αρειο και τους οπαδούς του, έπειτα δε τον Αθανάσιο. Οι αυτοκράτορες Βασιλίσκος και Ζήνων να επεμβαίνουν άμεσα στις δογματικές διενέξεις . Ο αυτοκράτωρ Αναστάσιος το 514 μ.Χ. να καθαιρεί τον Πατριάρχη Μακεδόνιο. Την περίοδο της Εικονομαχίας, λόγω της αντίθεσης της Ρώμης προς την εικονομαχική πολιτική του Αυτοκράτορα Λέοντα Ισαύρου, ο ίδιος υπάγει το Ανατολικό Ιλλυρικό στην Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης. κ.λ.π.
    Και ενώ στην διοίκηση της Εκκλησίας υπήρξε η ανωτέρω περιγραφείσα επέμβαση του Βυζαντινού Κράτους, είναι άξιο προσοχής το γεγονός ότι οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες ποτέ δεν επεδίωξαν ενσυνείδητα έναν συνεχή συστηματικό και διαρκή εκχριστιανισμό των θεσμών του Κράτους. Ετσι π.χ. στο Βυζαντινό δίκαιο διατήρησαν ποινικές διατάξεις προδήλως αντιχριστιανικές όπως η «γλωττοκοπία» η «ρινοκοπία» η «τύφλωση».
    ( Εξαιρέσεις υπήρξαν. Τέτοια είναι π.χ. το διάταγμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου με το οποίο καταργήθηκε η σταύρωση ως ποινή).
    Ξένα προς το πνεύμα του Ευαγγελίου ήταν επίσης πολλά διατάγματα που εξέδωσαν οι μετά τον Μ. Κωνσταντίνο Αυτοκράτορες με βάση τα οποία έγιναν διώξεις των «Εθνικών» κατά των αιρετικών.
    Η κατάκτηση των Βαλκανίων , της Μικράς Ασίας και της Μέσης Ανατολής από τους Οθωμανούς, οδήγησε όλους τους ορθοδόξους Χριστιανούς των περιοχών αυτών στην εξουσία των Σουλτάνων. Για πολιτικούς λόγους οι Σουλτάνοι δεν επεδίωξαν τον συστηματικό εξισλαμισμό των χριστιανών υπηκόων τους και παρείχαν στους Χριστιανούς κάποια σχετική θρησκευτική ανοχή. Θεώρησαν τους Χριστιανούς ως μια ιδιαίτερη κοινότητα « μιλιέτ», το Ρουμ μιλιέτ και ανεγνώρισαν τον Οικουμενικό Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης ως ηγέτης ολόκληρου του χριστιανικού πληθυσμού της αυτοκρατορίας των. Με βάση αυτήν την πολιτική αντίληψη στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ανατέθηκε η διοίκηση όλων των Ναών και των Μονών , έγινε ο ποινικός δικαστής ολοκλήρου του κλήρου, του ανατέθηκε η επίλυση των γαμικών διαφορών των Χριστιανών, ακόμη δε και η επίλυση των αστικών διαφορών μεταξύ Χριστιανών. Του δόθηκε το δικαίωμα να επιβάλει σε λαϊκούς και κληρικούς φορολογία για τις ανάγκες των εκκλησιών. Βλέπουμε ότι στον Πατριάρχη είχαν δοθεί και κάποιες κρατικές αρμοδιότητες.Επισημαίνουμε επίσης οτι τα εκκλησιαστικά και μοναστηριακά κτήματα υπήχθησαν στην κατηγορία των «βακουφίων» και η διαχείριση των ορίζετο να γίνεται ελεύθερα. Όμως πρέπει να επισημάνουμε το γεγονός ότι στην πραγματικότητα αυτά τα δικαιώματα και τα προνόμια εξηρτώντο ουσιαστικά από την διάθεση του εκάστοτε Σουλτάνου και καταργούνταν σκαιότατα όταν αυτό συνέφερε την Πύλη.
    Ο εθνικισμός που αναπτύχθηκε ως κίνημα τον 18ο αιώνα, επηρέασε και την βαλκανική χερσόνησο και εκδηλώθηκε στον χώρο της εκκλησίας με την διεκδίκηση εκκλησιαστικής αυτονομίας των ορθοδόξων εθνοτήτων από το εκκλησιαστικό κέντρο της Κωνσταντινούπολης.
    Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αντέδρασε στην τάση αυτή και το 1872 κατεδίκασε και αφόρισε με απόφαση της Μείζονος Συνόδου τον εθνοφυλετισμό τουτέστιν τον Εθνικισμό ως αίρεση εντός της Εκκλησίας.
    Με την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και η συνακόλουθη δημιουργία ελληνικού κράτους δημιουργήθηκε το ζήτημα της εκκλησιαστικής διοίκησης των ορθοδόξων επισκοπών της επικράτειας του. Η επικρατήσασα άποψη ήταν αυτή της απόδοσης «αυτοκεφαλίας» στην ελλαδική Εκκλησία. Το 1833 η Αντιβασιλεία προέβη στην ανακήρυξη της Εκκλησίας της Ελλάδος ως αυτοκέφαλης. Η πράξη αυτή καταδικάστηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Τελικά το 1850 το Οικουμενικό Πατριαρχείο, απέδωσε με ειδικό Τόμο στην Εκκλησία της Ελλάδος το αυτοκέφαλο. Με τον Πατριαρχικό Τόμο θεσμοθετείτο η Εκκλησία της Ελλάδος να έχει ως ανώτατο διοικητικό της όργανο την Ιερά Σύνοδο των Επισκόπων προσκαλουμένων διαδοχικά κατά την τάξη των πρεσβείων, δηλαδή κατά την σειρά αρχαιότητος τους με πρόεδρό της τον Επίσκοπο Αθηνών και να διοικείται σύμφωνα με τους ιερούς κανόνες, ελεύθερα και ακώλυτα από κάθε κοσμική (πολιτική) επέμβαση.
    Στο μεταξύ στις 25 Ιουλίου 1833 με Βασιλικό Διάταγμα με τον τίτλο «Διακήρυξις περί της Ανεξαρτησίας της Εκκλησίας της Ελλάδος» διορίστηκε η πρώτη πενταμελής Διαρκής Σύνοδος Ιεραρχών, αλλά «υπό την κυριαρχία του βασιλέως», που με τον τρόπο αυτό κατέληγε να είναι διοικητικός αρχηγός της Εκκλησίας . Η «Διακήρυξις» αυτή αποτέλεσε στην πράξη και τον πρώτο Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, με βάση τις διατάξεις του οποίου αυτή διοικήθηκε ουσιαστικά από την Πολιτεία μέχρι το 1852. Το 1852, ψηφίστηκαν οι νόμοι Σ΄ και ΣΑ΄, «Περί επισκοπών και επισκόπων και περί του υπό τους επισκόπους τελούντος κλήρου» και «Νόμος καταστατικός της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος», που αποτέλεσαν μαζί τον δεύτερο κατά σειρά Καταστατικό Χάρτη της ελληνικής Εκκλησίας. Με τους νόμους αυτούς αν και υποτίθεται οτι θεσπίστηκαν σε εφαρμογή του Τόμου κράτησαν από αυτόν μόνο την ονομασία της Ιεράς Συνόδου ως ανωτάτου Οργάνου την συγκρότησή της και την προεδρίας της. Όλα τα άλλα έμειναν ως είχαν με κάποιον περιορισμό όμως των επεμβάσεων της Πολιτείας στα εκκλησιαστικά πράγματα. Μεταβολή στο νομικό αυτό καθεστώς ελήλθε το 1923 οπότε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών έλεβε τον τίτλο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελάδος και οι Επίσκοποι τον τίτλο του Μητροπολίτη.
    Την πολιτική ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα το 1864 ακολούθησε και εκκλησιαστική ένωση σύμφωνα με Τόμο που εξέδωσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Το ίδιο συνέβη με τις Μητροπόλεις της Θεσσαλίας και ενός τμήματος της Ηπείρου όταν απελευθερώθηκαν στα 1882. Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους στην Ελλάδα διαμορφώθηκαν δύο εκκλησιαστικές διοικήσεις. Μία της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος και μία των Επαρχιών του Οικουμενικού Θρόνου στις νεοαπελευθερωθείσες περιοχές.
    Τό πρόβλημα διευθετήθηκε με την έκδοση, στα 1927, νόμου της ελληνικής πολιτείας, καθώς και δύο Πράξεων από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Εκκλησία της Ελλάδος το 1928, με τις οποίες παραχωρήθηκαν «επιτροπικώς» οι Μητροπόλεις των λεγομένων Νέων Χωρών στην Εκκλησία της Ελλάδος, πνευματικά όμως παρέμειναν υπό τη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Θρόνου. Οι Μητροπολίτες των Νέων Χωρών θα εκλέγονταν από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Ελλάδος, ο Πατριάρχης όμως θα είχε λόγο στην εκλογή τους, διατηρώντας το δικαίωμα να διαγράφει υποψηφίους από το σχετικό κατάλογο.
    Οι άμεσες ή έμεσες επεμβάσεις στα της διοίκησης της Εκκλησίας από την Πολιτεία και κατά τον 20 αιώνα υπήρξαν κυρίως σε οτι αφορά το πρόσωπο του Αρχιεπισκόπου ή Μητροπολιτών, την σύσταση “αριστήνδην” Ιερών Συνόδων, την Εκκλησιαστική Περιουσία κ.λ.π. Σημειώνω ως ακραία ενδεικτικά: Στην περιοδο της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου τον τρόπο εκλογής του Αρχιεπισκόπου Χρύσανθου και έκπτωσης του Δαμασκηνού, καθώς και τον τρόπο εκλογής των Αρχιεπισκόπων στην διάρκεια της δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967. Την, στην ουσία αναγκαστική, απαλλοτρίωση της εκκλησιαστικής περιουσίας για την αποκατάσταση των προσφύγων και των ακτημόνων καλλιεργητών στην διάρκεια του Μεσοπολέμου και το 1952.
    Η υφισταμένη σήμερα κατάσταση σχέσεων επιφανειακά φαίνεται ότι δεν ικανοποιεί πολλούς.
    Έτσι βλέπουμε να έχει ανοίξει τα τελευταία χρόνια ένας επιφανειακός διάλογος για τον “διαχωρισμό” Εκκλησίας – Κράτους. Οι περισσότεροι που αναμείχθηκαν στον διάλογο δεν εξειδικεύουν σε τί συνίσταται νομικά αυτός ο διαχωρισμός.
    Οι περισσότεροι από εκείνους που τάσσονται υπέρ του διαχωρισμού, αποσκοπούν ευθέως ή πλαγίως στο να λειτουργήσει ο διαχωρισμός ως εργαλείο αποδυνάμωσης και περιθωριοποίησης της Εκκλησίας μέσα στην κοινωνία. Γι’ αυτό τον θέλουν. Ανιστόρητοι οι ίδιοι τους δεν γνωρίζουν ότι η Εκκλησία υπήρξε πανίσχυρη όταν ήταν η Εκκλησία των Κατακομβών και του Κρυφού Σχολειού.
    Από την άλλη πλευρά οι περισσότεροι που τάσσονται κατά του διαχωρισμού και ιδίως κληρικοί, θέλουν να είναι κατοχυρωμένα με νόμους και θεσμούς, οι εξουσιαστικές προνομίες των αρχιερέων και των ιερέων της «επικρατούσης θρησκείας». Να επιβάλλεται η «επικρατούσα θρησκεία» σαν κυρίαρχη κρατική ιδεολογία, ώστε να απολαμβάνουν κύρος κρατικών αξιωματούχων οι κληρικοί της και να έχουν μονοπωλιακά δικαιώματα οι «αρχές» της. Να μισθοδοτείται από το κράτος το ιερατείο για τη χρηστική ωφελιμότητα του έργου του, να διαχειρίζεται επιχορηγήσεις και «κοινοτικά προγράμματα» για πρωτοβουλίες κοινωνικής πρόνοιας.
    Προφασίζονται ως επιχειρήματα: Οτι τα μέλη της Εκκλησίας είναι ταυτοχρόνως πολίτες του συγκεκριμένου Κράτους, ότι η παράδοση της ελληνικής κοινωνίας έχει εμποτιστεί από την Ορθόδοξη Εκκλησία και είναι δύσκολο να χωριστεί από το Κράτος, αφού αυτή η παράδοση έχει γίνει εν πολλοίς ήθη και έθιμα των κατοίκων του Κράτους. Οτι ο χωρισμός της διοίκησης της Εκκλησίας από την διοίκηση του Κράτους εν πολλοίς υπάρχει σήμερα, άλλωστε γι’ αυτό γίνεται λόγος για “διακριτότητα των ρόλων”.
    Ακόμη προβλήθηκε από Ιεράρχη το σκανδαλώδες επιχείρημα οτι “Η Πολιτεία δεν θα ήθελε ποτέ μια ανεξέλεγκτη και ελεύθερη Εκκλησία, γιατί δεν γνωρίζει που θα μπορούσε να οδηγήση αυτή η ελευθερία, ήτοι θα μπορούσε να ευνοήση την ασυδοσία μερικών Μητροπολιτών ή την ανταρσία μερικών Πρεσβυτέρων και μοναχών”.
    Η Ιεραρχία των 80 Μητροπολιτών μας έχει δυστυχώς σήμερα δεσποτική αντίληψη σχετικά με την διοίκηση της Εκκλησίας. Ο εφημεριακός κλήρος έχει ελάχιστες διοικητικές αρμοδιότητες, τελεί υπό τον ασφικτικό διοικητικό έλεγχο του οικείου Μητροπολίτη και δίνει την εντύπωση σώματος δημοσιοϋπαλληλικού. Τα λαϊκά μέλη της Εκκλησίας δεν έχουν καμιά συμμετοχή σε οποιαδήποτε διοικητική πράξη οποιουδήποτε εκκλησιαστικού οργάνου και εν πολλοίς η συμμετοχή των στα δρώμενα της Εκκλησίας περιορίζεται στο “εκκλησιασμό” την Κυριακή.
    Ο Καταστατικός της Χάρτης της Εκκλησίας είναι νόμος του κράτους, που δεν συνετάγη μεν ερήμην των μελών της Ιεραρχίας, αλλά κατοχύρωσε πλήρως τον συγκεντωτισμό της διοίκησης στο πρόσωπο των Μητροπολιτών, δίνει ελάχιστες αρμοδιότητες στον εφημεριακό κλήρο, και αγνοεί παντελώς το συλλογικό κύτταρο της Εκκλησίας που είναι η ΕΝΟΡΙΑ. Στις διατάξεις του Νόμου αυτού αιωρείται μία καχυποψία για την δυνατότητα αγαθής σχέσης του λαϊκού σώματος της κάθε Ενορίας με το σημερινό Κράτος, όπως αυτό δομήθηκε από το 1821 μέχρι σήμερα. Η αλήθεια είναι ότι το Κράτος, η πολιτεία “φοβάται” την απελευθέρωση της Εκκλησίας και την πρόσκτηση από αυτήν ισχύος στα πλαίσια ενός διοικητικού χωρισμού και έτσι δεν θέλει την απώλεια του ελέγχου που έμμεσα, ή ενίοτε και χονδροειδώς άμεσα ασκεί στη διοίκησή της. Γι’ αυτό έχει εναγκαλισθεί πλήρως το δόγμα της «νομω κρατούσης πολιτείας».
    Από τα ανωτέρω βγαίνει ως συμπέρασμα οτι η Εκκλησία την περίοδο των διωγμών ήταν μεν ΔΙΩΚΩΜΕΝΗ αλλά ΕΛΕΥΘΕΡΑ και από τον 5ο Μ.Χ. Αιώνα το Κράτος για πολιτικούς λόγους την εναγκαλίστηκε την ήθελε πάντοτε να την έχει τουλάχιστον ελεγχόμενη.
    Η Εκκλησία δεν αντλεί τη δύναμή της από το νομικό σύστημα των σχέσεών της με το Κράτος, αλλά από την υπόστασή της ως θεοϊδρυτη, από το κύρος του μηνύματός της και από τη ζωντάνια των μελών της.
    Το φωτεινότερο μεγαλείο της υπήρξε στους αιώνες των διωγμών όταν η κρατική εξουσία την μεταχειρίζονταν ως τον απόλυτο εχθρό της και εξίσου στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, δηλαδή της στυγνής κατοχής από ένα βάρβαρο και εχθρικό Κράτος.
    Όταν η Εκκλησία κατορθώνει να καταθέτει ακέραιη τη μαρτυρία της για τη μεταμόρφωση και τη σωτηρία του κόσμου είναι ελευθέρα και ζώσα. Βέβαια η ιστορική χριστιανοσύνη, δηλαδή οι αμαρτωλοί χριστιανοί των αιώνων της ιστορίας διέπραξαν πλήθος αμαρτημάτων. Όμως ταυτόχρονα η Εκκλησία ως ευχαριστιακή κοινότητα, ως σύναξη προσώπων εν κοινωνία. «έχει σώσει εκατομμύρια ανθρώπους από την απελπισία, την απόγνωση και το μηδέν».
    Μετά από όλα αυτό μπαίνει το ερώτημα τι πρέπει να γίνει?
    Εχει την δυνατότητα η Ιεραρχία να κάνει πολλά αν όχι όλα. Αρκεί τα μέλη της να έχουν ορθή αντίληψη των πραγμάτων και να θελήσουν να εμπιστευθούν τον απλό πιστό χριστιανό.
    Να δώσουν υπόσταση, ελευθερία συλλογικών έργων αγάπης και δημιουργική πνοή στις ενορίες τους. Να εγκαταλήψουν την δεσποτική νοοτροπία και να εγκολπωθούν την νοοτροπία Επισκόπου. Να ζητήσουν οι ίδιοι “τον διαχωρισμό” Κράτους και Εκκλησίας ως μια διαδικασία σταδιακής απεξάρτησης της Εκκλησίας από τα νομικά δεσμά του δόγματος της Νόμο Κρατούσης πολιτείας.
    Παράλληλα, ακούοντας την εντολή που ο Κύριος τους έδωσε “Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη ..τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν” οφείλουν να “μαθητεύσουν” τους φορείς κρατικής εξουσίας οτι οφείλουν να εργασθούν προς την κατεύθυνση να κάνουν το Κράτος “Διάκονο του Θεού” για το καλό των ανθρώπων, να εργάζονται για την ειρήνη του κόσμου την δικαιοσύνη την συναδέλφωση των λαών και την προστασία του περιβάλλοντος εάν θέλουν επάξια να είναι μέλη της Εκκλησίας.

    Νικήτας Αποστόλου
    Πτυχιούχος ΠΑΣΠΕ Συνταξιούχος Δημοσίου
    Ναπολέοντος Ζέρβα αριθ. 39 Ιωάννινα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Αρέσει σε %d bloggers: