Ιερά Μονή Αγίου Αντωνίου Μετεώρων,εκκλησάκι της Παναγίας και Ιερά Μονή του Αγίου Νικολάου Μπάτοβα

by

Αγαπητοί επισκέπτες του blog, Χριστός Ανέστη!

Την Μεγάλη Παρασκευή βρέθηκα στα Μετέωρα.Και δεν έχασα την ευκαιρία να τραβήξω κάποιες φωτογραφίες απο το καταπληκτικό φυσικό περιβάλλον της περιοχής καθώς και της Μονής που ασκητεύει ο πάτερ Χρυσόστομος(προηγούμενος της Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος).

Στις φωτογραφίες αυτές θα δείτε την Μονή του Αγίου Αντωνίου,το εκκλησάκι της Παναγίας και την Μονή του Αγίου Νικολάου Μπάτοβα(η φωτογραφία που δείχνει τη Μονή που είναι κτισμένη μέσα στο βράχο και είναι σε υψόμετρο αρκετά μέτρα πάνω απο το έδαφος).Στη συγκεκριμένη Μονή φτάνεις ανεβαίνοντας μία εσωτερική σκάλα που βρίσκετε μέσα στα βράχια και η μεταφορά των αγαθών γίνετε με αερομεταφορέα.
Επίσης μερικές φωτογραφίες απο τα ασκητήρια ερημιτών του Αγίου Γεωργίου (φυτεμένα στην κυριολεξία μέσα στους βράχους των Μετεώρων), που έζησαν τους προηγούμενους αιώνες.

Προτείνεται η επιλογή της ποιότητας του video σε 720p HD για μεγαλύτερη ανάλυση των φωτογραφιών.

Ιερό ασκητήριο Οσίου Γρηγορίου

Στην βορειοανατολική πλευρά του βράχου Πυξάρι, αριστερά και άνω του μονυδρίου του Αγίου Αντωνίου, σε ύψος σαράντα και πλέον μέτρων αντικρύζουμε το τρισπήλαιο ασκητήριο του Οσίου Γρηγορίου. Κτίτορες οι όσιοι αυτάδελφοι πατέρες Γρηγόριος και Θεοδόσιος. Το μονύδριο απαρτίζεται από τρία επάλληλα, ίσως και περισσότερα, σπηλαιώδη ενδιαιτήματα, παλαιών ασκητών, με τους χαρακτηριστικούς ξυλόφρακτους εξώστες (η πρώτη ευρίσκεται σε ύψος 25 περίπου μέτρων, η δεύτερη σε 35 και η τρίτη σε ύψος 40 μέτρων από τους πρόποδες).

Περιγραφή: Ο χώρος αυτός δεν βρέχεται, διότι βρίσκεται κάτω από μία οξεία γωνία που σχηματίζει ο βράχος με το έδαφος. Έτσι διασώθηκαν τα ξύλα στους εξώστες και εν μέρει η ανεμόσκαλα. Περί αυτού γράφει ο Αθανάσιος Τσαγκαρσούλης:

«Στον ίδιο βράχο και σε μικρή απόσταση από τον Άγιο Αντώνιο βρίσκεται και ο Άγιος Γρηγόριος (…). Σήμερα βλέπει κανείς το ξύλινο φράξιμο της εισόδου της σπηλιάς, τα ξύλινα υποστυλώματα και την κρεμαστή ξύλινη ανεμόσκαλα, που γυρίζουν τη σκέψη μας πίσω περίπου 600 χρόνια. Δεν άκουσα να γίνεται λόγος ότι κάποιος Καστρακινός ανέβηκε στον Άγιο Γρηγόριο. Ίσως γιατί ο βράχος στο σημείο αυτό ανεβαίνει κατακόρυφα και σε άλλα σημεία έχει αρνητική κλίση».

Ωστόσο, το έτος 1972 μοναχοί του Μεγάλου Μετεώρου, μαζί με τον τότε ηγούμενο Γέροντα Αιμιλιανό επιχείρησαν ανάβαση με τρίχινη ανεμόσκαλα στο δυσπρόσιτο ασκητήριο. Οι πατέρες στο δεύτερο και τρίτο σπήλαιο όπου υπάρχουν εξώστες βρήκαν την ανεμόσκαλα και το καρούλι για το δίχτυ, ενώ στο πρώτο ένα μεγάλο κοφίνι για την μεταφορά των υλικών πραγμάτων, εφ’ όσον ανήκε άλλωστε στην περιοχή των Κοφινιών. Στις κοιλότητες του βράχου εντόπισαν τα λαξευμένα κελλιά των ασκητών, που έχουν χωρητικότητα ενός θολωτού τάφου. Η μεγαλύτερη έκπληξη ήταν όταν αντίκρισαν στο τρίτο ανώτερο σπήλαιο ναΐσκο αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Οι πατέρες ευτρέπισαν το ασκητήριο και την επόμενη ημέρα ετέλεσαν την Θεία Λειτουργία.

Οι Μετεωρίτες μοναχοί ανακάλυψαν, επίσης, επάνω σε δέρμα παλαιότατη εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας, την οποία και τοποθέτησαν στο κειμηλιαρχείο του Μεγάλου Μετεώρου. Επίσης, μικρού μεγέθους φορητή εικόνα με την Δέηση (Παναγία, Χριστός, Πρόδρομος) του 14ου αιώνα, που φυλάσσεται στον πρώτο όροφο του Μουσείου στον χώρο του παλαιού γηροκομείου της μονής του Μεγάλου Μετεώρου.

Ο ναΐσκος ήταν διακοσμημένος με παλαιές αλλά θαυμάσιες τοιχογραφίες μακεδονικής τεχνοτροπίας και σχετικά καλά διατηρημένες. Οι Μετεωρίτες πατέρες ανεκάλυψαν πρώτοι τις τοιχογραφίες των οσίων κτιτόρων του ασκητηρίου με τα ονόματά τους και εντός του ναΐσκου βρέθηκαν λαξευμένοι οι τάφοι των ιδρυτών αυταδέλφων ιερομονάχων Γρηγορίου και Θεοδοσίου.

Μετά το γεγονός της ανακαλύψεως αυτής και της προσθήκης των ονομάτων δύο ακόμη οσίων κτιτόρων, ο γνωστός τέως Μετεωρίτης και νυν Σιμωνοπετρίτης ιερομόναχος Αθανάσιος, υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, εποίησε το ακόλουθο απολυτίκιο προς τιμήν των Μετεωριτών Αγίων, το οποίο ψάλλεται πλέον σε όλες τις μονές των Αγίων Μετεώρων κατά τη Θεία Λειτουργία και συμπεριλαμβάνει και τους δύο ανωτέρω οσίους.

Ιερά Μονή Αγίου Αντωνίου

Στην νότια πλευρά του βράχου Πυξάρι, στην περιοχή των Κοφινιών και πλησίον του ναΐσκου του Γενεσίου της Θεοτόκου υψώνεται σήμερα αναστηλωμένο σε νέα διαμόρφωση το παλαιό σπηλαιώδες μονύδριο του καθηγητή των μοναστών αγίου Αντωνίου του Μεγάλου. Στον τοίχο κρέμεται ακόμα τμήμα της παλαιάς ανεμόσκαλας, συνηρμοσμένης με μικρούς ξύλινους δοκίσκους.

Το έτος 1782 ο Ελασσονίτης μοναχός Παρθένιος στην γνωστή χαλκογραφία του ζωγραφίζει εντός σπηλαίου και την μονή του Αγίου Αντωνίου. Στον ίδιο βράχο, υψηλότερα, αφήνει να διαφαίνεται εντός σπηλαίων το μονύδριο του Οσίου Γρηγορίου,

χωρίς να το καταγράφει, πράγμα που σημαίνει ότι δεν θα λειτουργούσε πλέον.

Ο LeonHeuzey στα 1858 αναφέρει τον Άγιο Αντώνιο μεταξύ των άλλων ένδεκα μετεωρίτικων μονυδρίων, περί των οποίων έλαβε γνώση από προφορικές παραδόσεις.

Περιγραφή. Το μοναστήρι του Αγίου Αντωνίου περιγράφει ο Καστρακινός συγγραφέας Αθανάσιος Τσαγκαρσούλης, κατά το έτος 2000, από παλαιές του αναμνήσεις. «Είναι κτισμένο σε μια φυσική σπηλιά του βράχου Πυξάρι. Εξωτερικά, παλαιότερα, φαινόταν μόνο ο ασβεστόχτιστος τοίχος που τον διέκοπτε ένα, σχετικά, μικρό πορτοπαράθυρο. Πάντα ανοιχτό, και από τη βάση κρεμόταν τα απομεινάρια μιας ξύλινης ανεμόσκαλας. Το παράθυρο αυτό απέχει από το έδαφος αρκετά μέτρα. Για να ανέβουν τα παιδιά, τότε, στο μοναστήρι, σκαρφάλωναν στο βράχο μέχρις ότου να πιάσουν την ανεμόσκαλα. Μετά ήταν εύκολη η ανάβαση και η είσοδος στο μοναστήρι. Μ’ αυτόν τον τρόπο ανέβηκα και εγώ πριν από 40-50 χρόνια. Εκείνο που μου έκαμε εξαιρετική εντύπωση, κατάπληξη θα έλεγα, ήταν η καθαρότητα, η τελειότητα και η ζωντάνια των χρωμάτων των εικόνων του τέμπλου. Ιδιαίτερα με εντυπωσίασε η εικόνα του αγίου Αντωνίου, αν καλά θυμάμαι (…) Τώρα για να ανέβει κανείς στον Άγιο Αντώνιο δε χρειάζεται επιδεξιότητα γιατί έσπασαν το βράχο και έγινε δρόμος».

Η προαναφερόμενη φορητή εικόνα του 17ου αιώνα με τους δύο αγίους Αντωνίους, δηλαδή με τον Μέγα και τον άγιο Αντώνιο Βεροίας φυλάσσεται σήμερα στην Ιερά Μονή Αγίας Τριάδας.

Το ασκητήριο του Αγίου Αντωνίου κάηκε στην δεκαετία του 1970 από ξένους τουρίστες που διανυκτέρευσαν. Κατόπιν ανακαινίστηκε πρόχειρα με την φροντίδα του π. Φωτίου Καρακώστα, ιερέα του Καστρακίου, ο οποίος δημιούργησε και πρόσβαση για να λειτουργείται η μονή τουλάχιστον άπαξ του έτους.

Παλαιότερη αρχιτεκτονική περιγραφή. Με την αρχιτεκτονική της παλαιάς μορφής του ασκητηρίου του Αγίου Αντωνίου ασχολήθηκαν οι αρχιτέκτονες Δημήτριος Βλάμης, Αικατερίνα Ιωάννου και Γρηγόριος Μαυρομάτης στην διδακτορική διατριβή με θέμα «Μετέωρα» που υπέβαλλαν στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο στα 1960 και στην οποία αναγράφεται «Η μονή του Αγίου Αντωνίου είναι κατασκευασμένη σε κοιλότητα βράχου, στην τοποθεσία Μπάντοβα ΝΑ του Καστρακίου (…) Η στήριξη του κτίσματος στο βράχο έγινε με οπτοπλινθοδομή και τοιχοποιΐα (πάχους 65 εκατοστών) ενισχυμένη με ξυλοδεσιές. Η κατασκευή στους πιο πάνω ορόφους είναι ξύλινη. Η είσοδος γίνεται στο ύψος της τοιχοποιΐας από μικρή πόρτα (ύψους 95 και πλάτους 70 εκατοστών), σε χώρο πολύ χαμηλό και μακρόστενο ανάμεσα στην τοιχοποιΐα και τον βράχο. Κανένα άνοιγμα δεν τον φωτίζει. Με δυσκολία κινείται κανείς προς μία μικρή σκάλα που οδηγεί με λίγα σκαλιά σ’ ένα ξύλινο πατάρι.

Δοκάρια τοποθετημένα ανά 2 ή 3 μαζί, ακουμπισμένα στον βράχο και την πάνω παρειά του τοίχου προβάλλουν στο κενό και μαζί με το κοίλο του βράχου αυξάνουν τις διαστάσεις του παταριού. Η χρήσιμη επιφάνεια του πατήματος διαμορφώθηκε από φαρδιές σανίδες πάχους 2,5 εκατοστών, που καρφώθηκαν στα δοκάρια.

Η εξωτερική πλευρά κλίνεται από κατακόρυφα ξύλα που δημιουργούν ένα είδος καφασωτού. Της κατασκευής αυτής βρήκαμε το πλαίσιο με τις εγκοπές όπου έμπαιναν τα ξύλα. Ο χώρος αυτός δεν φαίνεται να χωριζόταν σε μικρότερους- υποθέτουμε ότι χρησίμευε ως καθιστικό.

Τον πιο πάνω όροφο, που είναι ξύλινος, στηρίζουν υποστηλώματα από κορμούς δένδρων. Η κατασκευή είναι ανάλογη με αυτήν που είδαμε. Η σκάλα οδηγεί σε μεγάλο ανοικτό χώρο που λειτουργεί θα λέγαμε ως αυλή του ασκητηρίου. Εδώ βρίσκονται η είσοδος του ναού και το βριζόνι. Η προσπέλαση στην κοιλότητα του βράχου (που χρησίμευε για κελλιά) και η είσοδος στην εστία. Η εκκλησία, μια μονόκλιτη βασιλική, σε στάθμη λίγο ψηλότερη είναι μισή λαξευμένη στο βράχο. Οι κατασκευές, μέσα σε αυτή, είναι το ίδιο απλοϊκές αλλά περισσότερο προσεγμένες. Η οροφή καλύπτεται από ξύλινες σανίδες με σκεπασμένους αρμούς.

Οι κοιλότητες που χρησιμοποιήθηκαν σαν κελλιά δεν φαίνεται να υπέστησαν τροποποιήσεις. Βρίσκονται στο πλάι και πίσω από τον ναό. Ανάμεσα στην στέγη του ναού και την οροφή του βράχου, κενό επιτρέπει τον φωτισμό και αερισμό τους.

Εστία πρέπει να ήταν ο μικρός χώρος με την ξύλινη είσοδο, στα δεξιά της εκκλησίας. Ανάμεσα στην εστία και την εκκλησία, στην γωνία, φαίνεται να ξεκινούσε ξύλινη σκάλα προς άλλο επίπεδο. Από εκεί μπορούσαν να ανεβαίνουν σε άλλο ασκηταριό πάνω από το συγκρότημα. Δυστυχώς, η άνοδος σε αυτήν σήμερα είναι αδύνατη.

Στο ασκηταριό δεν βρήκαμε σημάδια εγκαταστάσεως συστήματος υδρεύσεως. Τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν εδώ είναι απλά και οι κατασκευές εμπειρικές. Ωστόσο, οι οικοδομικές λεπτομέρειες δείχνουν ότι αν και απλά ή κακότεχνα, οι μοναχοί τοποθέτησαν στην σωστή τους θέση τα υλικά και διατήρησαν τους χώρους στην γνωστή ιεραρχική διάταξη.»

Η αναδημιουργία του μονυδρίου. Από το 1994 είναι μετόχι της ιεράς μονής Αγίας Τριάδος με την υπ΄αριθμ. 18/22.11.1994 πράξη του σεβασμιωτάτου μητροπολίτη Σταγών και Μετεώρων κ. Σεραφείμ.

Κατά τα έτη 2005-2006 ο πολύδραστος ηγούμενος της Αγίας Τριάδος αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Τέτσιος ανεστήλωσε το όλο μοναστηρικό συγκρότημα. Η ημιτριόροφη κατασκευή περιλαμβάνει στον τρίτο όροφο τον σπηλαιώδη ναΐσκο του Αγίου Αντωνίου, και σε χαμηλότερο επίπεδο το μικρό αρχονταρίκι, μαγειρείο και πιο κάτω δύο μοναχικά κελλιά.

Οι νέοι εξώστες με τις κάθετες δοκούς δένουν αισθητικά με το αριστερό και άνωθεν ευρισκόμενο τρισπήλαιο ασκητήριο του Οσίου Γρηγορίου με τους ξυλόπηκτους εξώστες. Έχασε βέβαια την αίσθηση του αιωρούμενου, αλλά έγινε προσιτό για λειτουργική χρήση και κατοίκηση μοναχών.

Περιγραφή του ναΐσκου. Ο μικρός θολωτός ναΐσκος του Αγίου Αντωνίου ιστορήθηκε κατά το 2006 με επιβλητικές επίθετες σε μουσαμά τοιχογραφίες δια χειρός του Λαζάρου Πεχλιβανίδη εκ Μακεδονίας (από τον Λοφίσκο Λαγκαδά).

Η επιγραφή της ιστορήσεως βρίσκεται στην δεξιά παραστάδα του βορεινού παραθύρου και έχει ως εξής: «ΙΣΤΟΡΗΘΗ Ο ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΚΑΙ ΙΕΡΟΣ ΟΥΤΟΣ / ΝΑΟΣ ΤΩΝ ΟΣΙΩΝ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΩΝ ΠΑΤΕΡ(ΩΝ) / ΗΜΩΝ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ κ’ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΤΟΥ / ΝΕΟΥ ΕΚ ΒΕΡΟΙΑΣ ΔΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ ΦΙΛΟΘΕΩΝ / ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΑΔΕΛΦΩΝ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΥΟΝΤΟΣ / κ.κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΗΓΟΥΜΕΝΕΥΟΝΤΟΣ ΑΡΧΙΜΑΝ/ΔΡΙΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΤΕΤΣΙΟΥ ΗΠΕΙΡΩΤΟΥ ΤΗΣ / ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΑΓΙΩΝ ΜΕ/ΤΕΩΡΩΝ ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΠΕΧΧΛΙΒΑΝΙΔΗ ΛΑ/ΖΑΡΟΥ ΤΩ ΣΩΤΗΡΙΩ ΕΤΕΙ Rς [=2006]».

Δύο παρόμοιες επιγραφές της ανακαινίσεως του ασκητηρίου είναι κατατοπιστικές και βρίσκονται εκατέρωθεν της εισόδου του ναΐσκου κάτω από τις επίτοιχες εικόνες των δύο αγίων Αντωνίων αντίστοιχα.

Η α’ επιγραφή: «ΤΟ ΙΕΡΟΝ ΜΕΤΟΧΙΟΝ ΤΗΣ Ι.ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΜΕΤΕΩΡΩΝ ΚΑΙ Ο/ΣΙΩΝ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΗΜΩΝ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ Κ’ ΑΝΤΩΝΙΟΥ / ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΚ ΒΕΡΟΙΑΣ ΑΚΗΓΕΡΘΗ ΕΚ ΒΑΘΡΩΝ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΥΟΝΤΟΣ / κ.κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΗΓΟΥΜΕΝΕΥΟΝΤΟΣ ΑΡΧ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΤΕΤΣΙΟΥ ΗΠΕΙΡΩΤΟΥ ΤΩ ΣΩΤΗΡΙΩ ΕΤΕΙ Rς [=2006]»

Στις 17 Ιανουαρίου 2006, ημέρα της εορτής του Αγίου Αντωνίου, ξαναλειτούργησε το μονύδριο προς μεγάλη χαρά των μοναχών και των φιλομονάχων πιστών. Ο Άγιος Αντώνιος αποτελεί μετοχιακό ησυχαστήριο των πατέρων της ιεράς μονής Αγίας τριάδος.

Με την σύγχρονη αύξηση των επισκεπτών των Αγίων Μετεώρων όλα τα ιερά κοινόβια φροντίζουν να δημιουργούν ησυχαστικά καθίσματα- μετόχια για περισσότερη ησυχία και περισυλλογή.
Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου του Μπάτοβα ή Κοφινά

Πλάι από την τιτανόβραχη πέτρα της Αϊάς, νοτιοδυτικά προς το Καστράκι, υψώνεται ο βράχος του Μπάντοβα, ο οποίος στην βορειοδυτική πλευρά του φιλοξενεί το ιερό σπηλαιώδες ασκητήριο του Αγίου Νικολάου σε υψόμετρο 370μ.

Παλαιότερη μνεία. Το μονύδριο του Αγίου Νικολάου είναι παλαιότατα ιδρυμένο, πιθανώς στα μέσα του 14ου αιώνα. Το παλαιό προσωνύμιο είναι του Κοφινά. Σε σωζόμενο σιγιλλιώδες γράμμα αδήλου επισκόπου Σταγών, του έτους 1378/8, για την κατοχή του κελλίου του επονομαζόμενου ‘Πέτρα’ δηλούται ότι μαζί με τις άλλες εκκλησιαστικές και πολιτικές Αρχές των Σταγών παρευρισκόταν ο Νεόφυτος, ‘πρώτος’ της Σκήτης Σταγών, ο αρχιμανδρίτης Μακάριος, της Σκήτης Σταγών [διάφορος από τον ιερομόναχο Μακάριο, τον ιδρυτή του σπηλαιώδους ναΐσκου ‘παρά την θέσιν Πηγάδιον’ και κατόπιν αρχιμανδρίτη και ‘πρώτο’ της Σκήτης Σταγών], καθώς και ένας εκπρόσωπος της μονής της επικεκλημένης των ‘Κοφινιών’. Με το γράμμα αυτό ο επίσκοπος αναγνωρίζει την κυριότητα των πατέρων του Αγίου Νικολάου Κοφινά στο μετοχιακό κελλίο [=μονύδριο] του Αγίου Νικολάου της ‘Πέτρας’, στην περιοχή της Σκάλας, το οποίο «εξ οικείων πόνων και ιδρώτων και εξόδων έκτισαν» οι πατέρες του Αγίου Νικολάου του Κοφινά.
Παλαιότερη μνεία. Το μονύδριο του Αγίου Νικολάου είναι παλαιότατα ιδρυμένο, πιθανώς στα μέσα του 14ου αιώνα. Το παλαιό προσωνύμιο είναι του Κοφινά. Σε σωζόμενο σιγιλλιώδες γράμμα αδήλου επισκόπου Σταγών, του έτους 1378/8, για την κατοχή του κελλίου του επονομαζόμενου ‘Πέτρα’ δηλούται ότι μαζί με τις άλλες εκκλησιαστικές και πολιτικές Αρχές των Σταγών παρευρισκόταν ο Νεόφυτος, ‘πρώτος’ της Σκήτης Σταγών, ο αρχιμανδρίτης Μακάριος, της Σκήτης Σταγών [διάφορος από τον ιερομόναχο Μακάριο, τον ιδρυτή του σπηλαιώδους ναΐσκου ‘παρά την θέσιν Πηγάδιον’ και κατόπιν αρχιμανδρίτη και ‘πρώτο’ της Σκήτης Σταγών], καθώς και ένας εκπρόσωπος της μονής της επικεκλημένης των ‘Κοφινιών’. Με το γράμμα αυτό ο επίσκοπος αναγνωρίζει την κυριότητα των πατέρων του Αγίου Νικολάου Κοφινά στο μετοχιακό κελλίο [=μονύδριο] του Αγίου Νικολάου της ‘Πέτρας’, στην περιοχή της Σκάλας, το οποίο «εξ οικείων πόνων και ιδρώτων και εξόδων έκτισαν» οι πατέρες του Αγίου Νικολάου του Κοφινά.
Ιστορική εξέλιξη του μονυδρίου. Στο ‘Χρονικό των Μετεώρων’ (γραμμένο γύρω στα 1529) γίνεται μνεία των αμπελώνων του Αγίου Νικολάου του Κοφινά. Στις αρχές του 17ου αιώνα το ως άνω μονύδριο ανήκει ως κελλίο στο μεγάλο Μετεώρο. Στο προμνημονευθέν ‘Κατάστιχο δια την αποκοπήν των κελλιωτών’ το μονύδριο καταχωρίζεται δωδέκατο στη σειρά με τον τίτλο «ο άγιος Νικόλαος, ο Κοφινάς».

Στα μέσα του 19ου αιώνα το μοναστήρι είναι όρθιο, αλλά κλειστό. Ο Δανός περιηγητής J.L.Ussing στο βιβλίο του «GriechischeReisenundStudies» (=Ταξίδια στην Ελλάδα και έρευνες) γράφει στα 1846:

«Το ανέβασμα πάνω από τους κακοτράχαλους βράχους γίνεται με δυσκολία και σε λίγο βρίσκεσαι στην άλλη πλευρά του λίθινου όγκου. Στα αριστερά, στη μέση των βράχων, διακρίνεται ένα μεγάλο σπήλαιο το οποίο έχει μεταβληθεί σε κατοικία με τοίχους και σανίδες. Είναι η μονή του Αγίου Νικολάου. Όπως και όλες οι άλλες μονές, βρίσκεται τόσο ψηλά, ώστε η πρώτη σκέψη που κάνεις είναι: πώς τα κατάφεραν οι πρώτοι κάτοικοι του να ανέβουν έως εκεί; Ο πρώτος ίσως να μπορούσε να βοηθήσει τους άλλους. Ποιος όμως βοήθησε τον πρώτο; Η μονή είναι προσιτή μόνο με ανεμόσκαλα, η οποία δεν είναι πλεγμένη με σχοινί, όπως θα περιμέναμε, αλλά είναι συρραμένη από μικρά κομμάτια δρύινου ξύλου. Η ανεμόσκαλα κρέμεται ακόμα στη θέση της, αλλά η μονή είναι εγκαταλειμμένη».

Από τα μέσα του 19ου αιώνα αναφέρεται ως μονή του Αγίου Νικολάου Μπάντοβα. Μπάτοβας ή Μπάντοβας καλείται επίσης ο βράχος. Η ετυμολογία της ονομασίας είναι άγνωστη πιθανώς να ήταν επίθετο κάποιου ηγούμενου.

Μια σημαντική ανακαίνιση έγινε στα 1876 από τον αγιοστεφανίτη μοναχό Ιγνάτιο, καθώς μας πληροφορεί παλαιά επιγραφή, η οποία χρησιμοποιεί το νέο προσωνύμιο: «Ανακενήσθη Η παρούσα Μονή / του Αγίου Νικολάου Μπατόβου/ Δια συνδρομής Ιγνατίου Μο/ναχού όστις εχριμάτησε / ποτέ καιρόν εις την Μονήν του / Αγίου Στεφάνου και ύστερον / ήλθεν εντάυθα 1876: Απριλίου / και Ευγενίας Μοναχής έν έτει 1893».

Στα 1882 ο προηγούμενος Πολύκαρπος Ραμμίδης στο βιβλίο του «Τα Μετέωρα» αναφέρει ότι «εις την μονήν του Αγίου Νικολάου (Μπάτοβα) σώζεται εις μοναχός Ιγνάτιος, όστις επιβλέπει και επιστατεί όπως τουλάχιστον απολαμβάνουσι της Θείας ιερουργίας και αι λοιπαί».

Από την παραπάνω επιγραφή αξιόλογη είναι, επίσης, η πληροφορία για κτιτορική δραστηριότητα της μοναχής Ευγενίας, πρώτης γνωστής μοναχής των Μετεώρων και ανακαινίστριας στην ιερά μονή Αγίου Νικολάου Μπάντοβα, το όνομα της οποίας αναγράφεται στον τελευταίο στίχο μεταγενέστερης, μικρογράμματης γραφής: «Ευγενίας Μοναχής εν έτει 1893». Το τμήμα αυτό είναι σήμερα εξίτηλο.

Η Γερόντισσα Ευγενία Μπαντέκα – Ψύρρα († 1917), ως μοναχή Ευγενία υπηρέτησε αρχικώς στην Παναγία Καλαμπάκας, μένοντας στα έξω κελλιά και ύστερα στον άγιο Νικόλαο Μπάντοβα, κατόπιν επανειλημμένων προτροπών του αγίου.

Ο Νίκος Βέης μαζί με τον ιερομόναχο Προκόπιο Γρηγοριάδη επισκέφθηκαν το «ευαγές αυτό καταγώγιον» στις 12 Οκτωβρίου του έτους 1908. Μας πληροφορεί ότι ήταν μετόχι του Βαρλαάμ (ήδη από το 1886 είχε γίνει συγχώνευση) και κατοικούσαν «οικτραί τινές μοναχαί». Εκτός της μοναχής Ευγενίας κατοικούσε και άλλη μια μοναχή με το όνομα Μαρία.

Σημειώνει, επίσης, ότι οι τοιχογραφίες του ναού ανεκαινίσθησαν κατά τα έτη 1881 και 1882, ενώ στην κόγχη ενός κελλίου ευρισκόταν μία φορητή εικόνα του αγίου Νικολάου με την επιγραφή: «Χείρ Γεωργίου Ιωαννίτου 1785 Μαΐου 10».

Σε ευρετήριο των ΓΑΚ (Φάκ.2, Μοναστηριακά, έγγραφο 433) για τις διατηρούμενες μονές της Ελλάδος, το οποίο χρονολογείται λίγο μετά το 1881/2, δηλαδή μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο ελληνικό βασίλειο, αναφέρεται και η μονή αυτή ανάμεσα στις ζώσες μετεωρίτικες μονές, ήτοι: «Αγίου Στεφάνου, Αγίων Πάντων Βαρλαάμ, Μεταμορφώσεως (Μεγάλου Μετεώρου), Αγίας Τριάδος, Μεταμορφώσεως Ρουσάνου, Αγίου Νικολάου Μπάντοβα, Αγίου Νικολάου».

Στους χρόνους της ιταλογερμανικής κατοχής, καθώς μας πληροφορεί ο Ν.Βέης, «η μικρά μονή του Αγίου Νικολάου Κοφινά εδηώθη υπό των Γερμανών, υπό τούτων αφηρέθη εκ της αυτής μονής και εικών».

Ο Φώτης Κοτοπούλης διευκρινίζει περισσότερο το γεγονός: «Το μοναστήρι αυτό είχε την ατυχία να βομβαρδιστεί με πυροβόλο του 1943 από στρατιώτες Καυκασίους, οι οποίοι ως στρατός των Ρώσων είχαν αυτομολήσει εις τους Γερμανούς και κατ’ αυτόν τον τρόπο κατεκρήμνισαν και μέρος του τοίχου». Μετά τον πόλεμο, το μονύδριο του Αγίου Νικόλαου Μπάντοβα, καθώς γράφει στα 1961 ο Καλαμπακιώτης Αντώνης Παπαγεωργίου, «επεσκευάστηκε εσχάτως μερίμνη μιας εναρέτου γυναικός ονόματι Φανής Μπαντέκα ή Παπαλαγάρα. Ο πατήρ της αείμνηστος Δημήτριος Μπαντέκας υπήρξε συνεργάτης του Παύλου Μελά με πολυσχιδή δράσιν».

Περιγραφή του σπηλαιώδους μονυδρίου στα 1950. Ο συγγραφέας Φώτης Κοτοπούλης μας περιγράφει την παλαιά διαμόρφωση του σπηλαιώδους μονυδρίου στα 1950: «Το μοναστήρι αυτό βρίσκεται σε μια σπηλιά κάπως ευρύχωρη και πάνω σε έναν βράχο, τον καλούμενο Μπάτοβα. Κείται προς τα ΝΑ του Καστρακίου, ΒΔ της Καλαμπάκας και ανάμεσα από τους βράχους Αγιάς, Πυραμίδας και Πυξάρι, Αμπάρια και Αρφαντογιάννη, χτισμένο σε ύψος 30 οργυές από το έδαφος.

Ανεβαίνει κανείς πρώτα σε μια στενόμακρη μικρή σπηλαιά, κι από κεί με σκάλα, δια μέσου μιας τρύπας όχι και μεγάλης, ίσα να χωράει την διάβαση ανθρώπου πάνω σ΄ άλλη σπηλιά και με σκάλα πάλι ξύλινη στην άνω σπηλαιά όπου είναι ο εξώστης, η ανέμη και η στέρνα και προς το βάθος το πολύ μικρό και λαξευτό ναΰδριο. Η παραπάνω αναφερόμενη τρύπα από την οποία διέρχεται ο επισκέπτης, αποτελεί τρόπον τινά την πόρτα, η οποία κλείνει ερμητικά και φράσσει την άνοδο. Σχεδόν τετράγωνη και πάχους είκοσι εκατοστά του μέτρου, περιβάλλεται με μετάλλινο περίβλημα (λαμαρίνης) και είναι οπωσδήποτε βαρειά και φέρει εξέχοντα οδοντωτά καρφιά, μεγέθους μισού μικρού δακτύλου χεριού και προς το κάτω μέρος κατά το κλείσιμο για την καλύτερη προφύλαξι και εξασφάλισι ασφαλείας και ησυχίας των μοναζόντων από κακοποιούς».

Σημερινή αναστήλωση. Από το 1994 με την υπ΄αριθ.18/22.11.1994 πράξη του σεβασμιωτάτου μητροπολίτη Σταγών και Μετεώρων κ.Σεραφείμ ο Άγιος Νικόλαος είναι μετόχι της ιεράς μονής Αγίας Τριάδος. Από τότε αρχίζει το καινούριο βιβλίο της ιστορίας της παλαίφατης μονής των Κοφινιών.

Η σημερινή αναστήλωση του σπηλαιώδους μονυδρίου αποτελεί για τον γνώστη των Αγίων Μετεώρων ένα ανέλπιστο θαύμα. Κατά τα έτη 1997-199 έγινε η ολοκληρωτική ανάκτιση και διαμόρφωση του ιερού σπηλαίου του Αγίου Νικολάου Μπάντοβα υπό του φιλέρημου και δραστηρίου εν ταυτώ καθηγουμένου της μονής Αγίας Τριάδος Χρυσοστόμου Τέτσιου και της συνοδίας του, με συνδρομή του Υπουργείου Πολιτισμού και χορηγίες ευλαβών πιστών.

Ο Καλαμπακιώτης εργολάβος και καλλιτέχνης μαΐστωρ Δημήτρης Τσανατέλης ανέλαβε την ανάπλαση των επαλλήλων σπηλαίων σε εξαόροφο ασκητήριο. «Κατά την διάρκεια των αναστηλωτικών εργασιών συμπληρώθηκε η εξωτερική τοιχοποιία και έγινε η συντήρηση και αποκατάστασή της. Πραγματοποιήθηκε η αντικατάσταση όλων των δαπέδων και των ορόφων και αναδημιουργήθηκαν οι χώροι. Ο μικρός ναός αναπλάστηκε και ανακατασκευάστηκαν οι σκάλες». Δημιουργήθηκε μεγάλος εξώστης στον πέμπτο όροφο και μικρότεροι σε άλλους ορόφους.

Το ασκητήριο είναι διαμορφωμένο στα εξής έξι επίπεδα. Στο επίπεδο η είσοδος με το προσκυνητάρι για τα κεριά, στο δεύτερο κελλί, στο τρίτο δύο κελλιά με τον εξώστη και τον αερομεταφορέα, στο τέταρτο επίπεδο ο εξώστης και οι βοηθητικοί χώροι. Στο πέμπτο επίπεδο ο ευρύτατος εξώστης και ο ναΐσκος, ένα μικρό χαριτωμένο αρχονταρίκι με μετσοβίτικα υφαντά, καθώς και ένα ακόμη ασκητικό κελλάκι. Στο έκτο ένα κελλί (σοφίτα), ο εξώστης και η στέρνα.

Περιγραφή του ναΐσκου. Ανεβαίνοντας κανείς στην πολυδαίδαλη σπηλιά, στον πέμπτο όροφο συναντά τον εξαιρετικά καλλωπισθέντα ναΐσκο του Αγίου Νικολάου του θαυματουργού, ο οποίος και πάλιν εθαυματούργησεν στον πεφιλημένο οίκο του.

Ο σπηλαιώδης αυτός ναΐσκος ιστορήθηκε και καλλωπίστηκε μερίμνη του Γέροντος Χρυσοστόμου Τέτσιου. Διαθέτει λιτό τέμπλο φιλοτεχνημένο, κατά το έτος 200, δια χειρός του Καλαμπακιώτη Νικολάου Κύργια. Ωραία συρματερά ασημοκάνδηλα, δώρα Κυπρίων προσκυνητών, και λοιπά άγια σκεύη δίνουν μια αρχοντική αίσθηση στον ιερό αυτό χώρο.

Στο ιερό βήμα του λαξευτού αυτού ναΐσκου σώζονται παλαιές τοιχογραφίες του 18ου – 19ου αιώνα. Οι τοιχογραφίες του ναού ανακαινίσθησαν κατά τα έτη 1881 και 1882, καθώς μιας πληροφορεί ο Ν.Βέης. Στο τεταρτοσφαίριο της κόγχης ιστορείται η Παναγία δεομένη, ως «Πλατυρέ//ρα των Ουρανών», με τον Ιησού Χριστό, σε μετάλλιο, ευλογούντα έμπροσθέν της. Κάτωθεν στο κέντρο ο Μελισμός. Εκατέρωθεν ιστορούνται συλλειτουργούντες ιεράρχες. Αριστερά, από Β προς Ν, εικονίζεται ο άγιος «Γρηγόριος» ο Θεολόγος και ο άγιος «Ιω(άννης) ο Χρυ/σόστομος», δεξιά ο άγιος «Βασίλειος» και ο άγιος «Νικόλ/αος». Στην κόγχη της Προθέσεως η Άκρα Ταπείνωσις του Χριστού με την επιγραφή: η «Από//καθήλωσις». Η Παναγία εικονίζεται δεξιά του Χριστού και ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος αριστερά.

Η ιστόρηση του ναΐσκου συνεχίστηκε και ολοκληρώθηκε το έτος 2001 με ωραίες επίθετες σε μουσαμά τοιχογραφίες δια χειρός Εμμανουήλ Ζαχαριουδάκη.

Η επιγραφή της ιστορήσεως ευρίσκεται επάνω από την δυτική είσοδο του ναού και έχει ως εξής: «ΑΝΕΓΕΡΘΗ ΜΕΝ ΕΚ ΒΑΘΡΩΝ ΤΟ ΙΕΡΟΝ ΤΟΥΤΟΝ ΜΕΤΟΧΙΟΝ ΤΗΣ Ι.ΜΟΝΗΣ ΑΓ.ΤΡΙΑΔΟΣ ΑΓ.ΜΕΤΕΩΡΩΝ ΤΟΥ ΑΓ.ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΜΠΑΝΤΟΒΑ / ΕΝ ΕΤΕΙ ΑΗΘ [=1999]. ΙΣΤΟΡΗΘΗ ΔΕ Ο ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΟΥΤΟΣ Ι.ΝΑΟΣ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΥΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΟΤΑΤΟΥ Κ.ΣΕΡΑΦΕΙΜ Κ(ΑΙ) ΗΓΟΥΜΕΝΕΥΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΑΡΧΙΜ.ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ /ΤΕΤΣΙΟΥ ΗΠΕΙΡΩΤΟΥ ΕΝ ΕΤΕΙ ΒΑ [=2001] ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗ ΤΟΥ ΚΡΗΤΟΣ Κ(ΑΙ) ΤΩΝ ΣΥΝ ΑΥΤΩ».

Στο ιερό ασκητήριο εφησυχάζει ο αρχιμανδρίτης και ηγούμενος Χρυσόστομος λειτουργών στο ναό και εξομολογών τα πνευματικά του τέκνα. Η ερημική ζωή στα Άγια Μετέωρα δεν έχασε ποτέ τους εραστές της!
Πηγή πληροφοριών:www.agiameteora.net

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: